Προφορική μαρτυρία Κωνσταντίνου Μητσοτάκη

Με ευκαιρία την προβολή της ταινίας «Ορεινές Συμφωνίες», που παρουσιάζει «τον άνθρωπο πίσω από τον πολιτικό, που με τις απόψεις, τις επιλογές και κυρίως την στάση του αγαπήθηκε, αλλά και αμφισβητήθηκε περισσότερο από κάθε άλλο σύγχρονο πολιτικό στη χώρα μας» (όπως αναφέρει στο Δελτίο Τύπου το Ίδρυμα Κωνσταντίνος Κ. Μητσοτάκης) ανασύραμε από το αρχείο Βοβολίνη σειρά συζητήσεων με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Σε αυτές ο ίδιος αφηγείται τη διαδρομή του, από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, μέχρι την πρωθυπουργία του, κατά τη δεκαετία του ’90.

Πρόκειται για εξαιρετικά πλούσιο υλικό που θα παρουσιάσουμε στο site, ξεκινώντας σήμερα με την πρώτη του υπουργική θητεία, στις αρχές της δεκαετίας του ’50.

συζήτηση στις 14/5/2011 με τον Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

# Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ΄50. Βαθμιαία, στην ελληνική οικονομία αποδυναμώνεται η επίδραση του Σχεδίου Μάρσαλ και η οικονομία γίνεται φανερό ότι θα χρειαστεί να λειτουργήσει μόνη της. Η οικονομία είναι αποδιαρθρωμένη. Κατά κυριολεξίαν η οικονομία είναι διαλυμένη εν μέρει από την φυσική καταστροφή του πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου, εν μέρει από την μη-διαχειρισιμότητα των πραγμάτων. Εδώ συναντούμε τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη – ο οποίος πότε έχει ξεκινήσει να βαδίζει στον πολιτικό βίο;
Η δική μου πορεία ξεκίνησε νωρίτερα. Το 1946. Επρόκειτο για μια Βουλή που έπαιξε ιστορικό ρόλο, διαχειριζόμενη στην ουσία μιαν πολεμική κατάσταση. Ήμουν τότε νέος, ο νεότερος βουλευτής που υπήρξε – κι αυτό παρέμεινα επί πολλά χρόνια. Επρόκειτο για μια περίοδο που σφραγίσθηκε από το θανάσιμο λάθος του Κομμουνιστικού Κόμματος να επιλέξει τον Εμφύλιο Πόλεμο. Παρακολούθησα ζωντανά και έντονα την λειτουργία της τότε Βουλής, που πέτυχε ένα αξιοθαύμαστο κατόρθωμα: χωρίς να άρει την λειτουργία του Συντάγματος, διακυβέρνησε σε εμπόλεμη εμφυλιακή περίοδο την χώρα, με αποτελεσματικότητα.

# Τα οικονομικά τα έβλεπαν, τότε, ή ήταν σε δεύτερο πλάνο;
Τα οικονομικά ήταν κατ’ ανάγκην σε δεύτερη προτεραιότητα. Τα οικονομικά δεν μας απασχολούσαν, καθώς η Ελλάς βρισκόταν σε πόλεμο. Εκείνο που μας ενδιέφερε ήταν να επιζήσει η δημοκρατία στην Ελλάδα. Μόνον όταν τελειώνει η περίοδος εκείνη έρχονται σε πρώτη προτεραιότητα τα οικονομικά. Κυβερνά, την εποχή εκείνη το Κέντρο.

# Το Κέντρο το έπαιζαν, πολικά, οι Αμερικανοί, το απεδέχοντο…
Μα, μην ξεχνούμε ότι το Κέντρο ήταν εκείνο που είχε κερδίσει τον Εμφύλιο Πόλεμο. Χωρίς τον Σοφούλη.

# … και χωρίς την παράδοση σ’ αυτόν της πρωθυπουργίας από τον Τσαλδάρη…
… και χωρίς, θα προσέθετα, το μεγαλείο του Τσαλδάρη – μακάρι νάχαμε και σήμερα πολιτικούς με την ανωτερότητα του Ντίνου Τσαλδάρη ο οποίος, έχων τρομακτική πλειοψηφία, εδέχθη να αναλάβει την πρωθυπουργία ο Σοφούλης (ο οποίος βέβαια την επήρε την πρωθυπουργία εκβιάζοντας) και έτσι δόθηκε σωτήρια κίνηση στα πράγματα.

# Ήταν σχετικά αδύναμος, τότε, ο ηλικιωμένος Σοφούλης;
Ίσα-ίσα, το αντίθετο μάλιστα! Ξέρετε, εγώ έχω ασχοληθεί πολύ με το κουράγιο, με το θάρρος των πολιτικών ανδρών στην Ελλάδα, από το οποίο ξεκινούν και στο οποίο καταλήγουν πολλά.

Ο Σοφούλης, σας λέγω, ήταν γενναιότατος. Η ψυχή του γερο-Σοφούλη ήταν που κέρδισε τον Εμφύλιο. Υπήρχαν στιγμές που είχαμε απελπισθεί όλοι, υπήρχαν στιγμές που η Αθήνα είχε περιέλθει σε πανικό, ο καπετάν-Μάρκος έφθανε στην Πάρνηθα, συζητούσαμε τι θα γίνει αν μπουν οι κομμουνιστές στην Αθήνα. Και έβλεπα τους διαφόρους, ουκ ολίγους, δειλούς και τρομοκρατημένους πολιτικούς, αλλά ο Σοφούλης παρέμενε ατρόμητος.Επιστρέφουμε όμως στο σημείο εκκίνησής μας: ο φιλελεύθερος χώρος, το Κέντρο, το Φιλελεύθερο Κόμμα επανέρχεται στην εξουσία με τις εκλογές του 1950.

# Αυτό πως εξηγείται με τα μέτρα της τότε εποχής;
Αυτό εξηγείται διότι κατά βάθος οι ΄Ελληνες είναι λαός του μέτρου, δεν θέλει τα άκρα. Και ό,τι είχε να προσφέρει μεταπολεμικά η Δεξιά, το είχε προσφέρει. Έπρεπε, εκτιμούσε ο κόσμος, να γίνει μια αλλαγή πορείας, ώστε να σβήσουν κατά το δυνατόν οι συνέπειες του Εμφυλίου που μόλις είχε τελειώσει. Διότι μπορεί ο Εμφύλιος να οφειλόταν στο ΚΚΕ – είναι αλήθεια ότι οι κομμουνιστές έκαναν πρώτοι την αντίσταση, βρήκαν τους άλλους στον ύπνο, η αστική τάξη δεν έκαμε αντίσταση, μετά κόπου και συρόμενη προσήλθε, καθυστερημένα: οι κομμουνιστές άρχισαν την αντίσταση, ύστερα όμως την εκμεταλλεύθηκαν για να πάρουν δια της βίας την εξουσία…

#… χρησιμοποιήθηκε δηλαδή το ΕΑΜ ως μοχλός για απόκτηση της εξουσίας
Βέβαια την έχασαν την εξουσία μέσα από τα χέρια τους. Κι εδώ που τα λέμε, ήταν και δύσκολο να την πάρουν την εξουσία μετά τις αποφάσεις της Γιάλτας. Πάντως, το ΚΚΕ ήταν που δημιούργησε τον Εμφύλιο, όχι η Δεξιά – απ’ εκεί και πέρα η Δεξιά, γενικά η λεγόμενη εθνικόφρων παράταξη, είχε και αυτή ακρότητες. Όμως ο κάθε πόλεμος, η κάθε μάχη έχει ακρότητες, πόσο μάλλον ένας εμφύλιος. Έρχεται λοιπόν το Κέντρο στην εξουσία, με επικεφαλής της Κυβερνήσεως τον Νικόλαο Πλαστήρα αντί του Σοφοκλή Βενιζέλου…

# Πώς παίχτηκε τότε η ηγεσία; Πώς προέκυψε η αντίθεση;
Ο Πλαστήρας ήταν αφοσιωμένος στην οικογένεια Βενιζέλου: ήταν περισσότερο βενιζελικός και από τον Σοφοκλή! Δεν συνεζητείτο, υπήκουε τυφλά! Είχε όμως κι αυτός τις φιλοδοξίες του. Ήθελε λοιπόν να παρουσιασθεί στην ηγεσία, πράγμα το οποίο εξ αντικειμένου ήταν και πολύ χρήσιμο πολιτικά. Ο Πλαστήρας μπορούσε να κινητοποιήσει μάζες, τις οποίες το Φιλελεύθερο Κόμμα – το οποίο είχε συνεργασθεί με την Δεξιά κλπ. – δεν μπορούσε να αγγίξει με τίποτε. Τις προσφυγικές μάζες, εν πρώτοις, που ο Μαύρος Καβαλλάρης ήταν ίνδαλμά τους: όταν κατέβαινε η Κοκκινιά, όταν κατέβαιναν οι προσφυγικές μάζες, τότε και μόνον τότε προέκυπτε η νίκη, η πλειοψηφία για το Κέντρο. Συνεπώς ο Πλαστήρας προσέθετε, χωρίς καμιά αμφιβολία – αλλά και ο Σοφοκλής είχε τις απαιτήσεις του, αυτός ήταν άλλωστε αρχηγός των Φιλελευθέρων. Ο Γεώργιος Παπανδρέου μετείχε και αυτός, με δικό του σχηματισμό αλλά με μικρές δυνάμεις. Ο Σοφοκλής δεν ήθελε την ανάδειξη του Πλαστήρα, αυτός όμως τελικώς κατέβηκε (ως ΕΠΕΚ) και σε πολλές περιοχές εσάρωσε.

# Είχε τότε την στήριξη του Δημητρίου Λαμπράκη; Ή απλώς την ανοχή…
Την ανοχή σίγουρα! Αλλά και στον Σοφοκλή ήταν κοντά ο Λαμπράκης. Πάντως, τελικώς κατέβηκαν δυο κόμματα – οι Φιλελεύθεροι και η ΕΠΕΚ – ο Πλαστήρας ήρθε μεν δεύτερος αλλά με αξιόλογη δύναμη. Τα δυο κόμματα, μαζί, είχαν σαφώς την πλειοψηφία. Και τότε εδημιουργήθη το μεγάλο θέμα, ποιος θα αναλάβει Πρωθυπουργός. Υπήρχε βέβαια και τρίτο κόμμα του χώρου, του Παπανδρέου, ο οποίος είχε ανέκαθεν μεγάλη μανία να γίνει πρωθυπουργός, τον κορόιδευαν κιόλας: εκείνος όμως είχε και χιούμορ, οπότε το αντιμετώπιζε καλά το πράγμα. Υπεστήριζε ο Παπανδρέου τον Πλαστήρα, προκειμένου να κόψει τον Σοφοκλή. Και τότε εδημιουργήθηκε πρόβλημα στις τάξεις του δικού μας κόμματος, καθώς πολλοί πίεζαν να ακολουθηθεί το προηγούμενο Τσαλδάρη/Σοφούλη και να δοθεί η πρωθυπουργία στον Πλαστήρα. Δοθέντος, άλλωστε, ότι ο Πλαστήρας στην εξουσία θα έκανε ό,τι του λέγαμε!

# Θα λειτουργούσε, με άλλα λόγια, ως εμβληματική φιγούρα.
Ναι, αλλά θα ήταν και καλύτερος ως πρωθυπουργός απέναντι της Αριστεράς σε ό,τι αφορά την αποκατάσταση κλίματος ομόνοιας. Πάντως εγώ, καίτοι προερχόμενος από την οικογένεια Βενιζέλου – νεότατος, δε βουλευτής – ετάχθην κατά του Σοφοκλή Βενιζέλου και υπέρ του Πλαστήρα. Και φυσικά, έκτοτε ο Σοφοκλής μου το χρωστούσε αυτό…

# Δηλαδή τι βλέπατε, την λαϊκότητα του Πλαστήρα; Την εμβέλεια;
Βλέποντας ότι ήταν καλύτερα και για την πορεία του τόπου, και για το μέλλον της παράταξης. Το αστείο της ιστορίας ήταν ότι ο Παπανδρέου προσπαθούσε να πείσει το Σοφοκλή ότι ο Πλαστήρας ήταν η καλύτερη λύση, επικαλούμενος μέχρι και το μεγάλο επιχείρημα: «Ο αρχηγός (τον Πλαστήρα τον ονομάζαμε αρχηγό, ποτέ στρατηγό, ήταν ο αρχηγός της Επαναστάσεως) , κατάλαβέ το αγαπητέ μου Σοφοκλή, δεν κάνει για τίποτε άλλο από πρωθυπουργός. Τον φαντάζεσαι τον Πλαστήρα υπουργό;». Πάντως ο  Σοφοκλής , τελικά, ήταν υπεύθυνος άνθρωπος και παρά τις προσωπικές του επιδιώξεις υπεχώρησε και σχηματίσθηκε Κυβέρνηση υπό τον Πλαστήρα.

# Η οποία;
Η οποία διέγραψε τον κύκλο της, έπεσε, και ξαναψηφίσθηκε στις κάλπες το Κέντρο, οπότε Κυβέρνηση σχημάτισε ο Σοφοκλής Βενιζέλος – Φεβρουάριο του 1951. Με συμμετοχή και Πλαστηρικών και του Γεωργίου Παπανδρέου, πάντα με μικρό δικό του κόμμα. Εκεί, γίνομαι πλέον εγώ υπουργός. Δηλαδή υφυπουργός Οικονομικών.

Η θητεία στο υπουργείο Οικονομικών

 # Με υπουργό;
Με υπουργό Γεώργιο Μαύρο. Εκείνη την εποχή ζούσαν ακόμη τα ιερά τέρατα του υπουργείου Οικονομικών. Γενικοί Διευθυντές όπως ο Πέτρος Εξαρχάκης στο Γενικό Λογιστήριο ήταν κυριολεκτικώς αυθεντίες. Πολιτικά, το υπουργείο Οικονομικών τότε εδιοικείτο από δύο: υπουργό και υφυπουργό. Εγώ ανέλαβα τότε περίπου το μισό υπουργείο…

# Δαπάνες ή φορολογία;
Και από τα δύο κομμάτια, και στην Καραγεώργη της Σερβίας και στην Γαμβέττα είχα γραφείο, διπλό. Είχα τις μισές περίπου διευθύνσεις από καθένα κομμάτι, είχα ταυτόχρονα την αποκλειστική αρμοδιότητα για το Γενικό Χημείο (με τον Μοδινό, από την Μήλο – Σφακιανομηλιός ήταν: πολλοί Σφακιανοί είχαν πάει στην Μήλο, ο παππούς του είχε πρώτος πάει στην Μήλο και ποτέ δεν έπαψε να φορά τα Κρητικά, κι έλεγε ότι αγνάντευε από την Μήλο τα βουνά της Κρήτης όταν ήταν καθαρός καιρός).
Στο υπουργείο Οικονομικών την εποχή εκείνη κάναμε πολλή δουλειά. Βεβαίως, στην όλη διαχείριση της οικονομίας την εποχή εκείνη υπήρχε η Νομισματική Επιτροπή.

# Όπου ο ρόλος των ΑγγλοΑμερικανών ήταν ακόμη σημαντικός.
Σημαντικότατος. Η Νομισματική Επιτροπή έπαιρνε τις τελικές αποφάσεις, εδιευθύνετο απόλυτα από τους Αμερικανούς σ’ όλη εκείνη την εποχή. Όταν, στην προηγούμενη φάση, ο Γεώργιος Καρτάλης βρέθηκε υπουργός Συντονισμού τότε μόνο υπήρξε συνομιλητής των Αμερικανών ουσιαστικός: είχε σπουδάσει εκείνος στην Αγγλία (και στην Γερμανία), μιλούσε πλήρως τα Αγγλικά, αναγνωριζόταν από τους Αμερικανούς – και ήταν η πρώτη φορά που δεν είχαν την πλήρη παντοκρατορία οι Αμερικανοί.

# Και το είχαν αποδεχθεί αυτό;
Μα οι Αμερικανοί τον διάλογο ποτέ δεν τον απέκρουαν. Πάντως, την ίδια εποχή, υπήρχαν εκπρόσωποι της Αμερικανικής Αποστολής αρμόδιοι για κάθε υπουργείο. Έτσι και για το υπουργείο Οικονομικών. Όμως αυτό ήταν λιγάκι θεωρητικό, καθώς δεν είχαν τρόπο άμεσης εποπτείας. Να πω ότι εγώ – υφυπουργός τότε, νεότατος δε – ποτέ δεν δέχθηκα Αμερικανό στο γραφείο μου. Μια φορά εζήτησαν να με δουν, ήρθαν δυο και μου είπαν ό,τι είχαν να μου πουν. Τους είπα: «Κύριοι ευχαριστώ πολύ, σας άκουσα, χαίρετε». Από εκεί και πέρα δεν ξαναήρθε κανείς Αμερικανός, όμως οι Αμερικανοί με έγραψαν έκτοτε στα μαύρα τα κατάστιχα! Χρειάστηκαν να περάσουν δεκαετίες για να αποκατασταθούν οι σχέσεις.

# Οι Αμερικανοί επηρέαζαν αποφασιστικά μέσω της Νομισματικής Επιτροπής λόγω των πιστώσεων που διέθεταν;
Ακριβώς. Επηρέαζαν λόγω των πιστώσεων. Όμως ήδη, η Κυβέρνηση του Κέντρου είχε πάρει τα πράγματα στα χέρια της.

# Και την εξουσία και την ευθύνη, δηλαδή…
Άλλο χαρακτηριστικό της εποχής εκείνης: η Βουλή βέβαια λειτουργούσε, εμείς όμως δημοσιεύαμε Αναγκαστικούς Νόμους. Δηλαδή εγώ, για παράδειγμα, είχα βγάλει τότε νόμους πολλούς, πάρα πολλούς γιατί ήμουν ιδιαίτερα δραστήριος. Τέλειωνα εγώ τον νόμο, τον υπέγραφε η Κυβέρνηση, ο Βασιλεύς υπέγραφε χωρίς συζήτηση ό,τι του έφερνε η Κυβέρνηση και εδημοσιεύοντο  Αναγκαστικοί Νόμοι. οι οποίοι εσωρεύοντο την εποχή εκείνη.

Η λειτουργία της Κυβέρνησης και της Βουλής, στην πράξη

#Δεν απαιτούσαν κύρωση από την Βουλή;
Ήθελαν κύρωση. Και υποτίθεται ότι κάποια μέρα θα εκυρώνοντο, αλλά η κύρωσις δεν ήταν αναγκαίο να γίνει άμεσα. Όμως ήδη από της δημοσιεύσεως οι νόμοι ίσχυαν. Και εφηρμόζοντο! Αντιλαμβάνεσθε συνεπώς ποια ισχύ είχε τότε ένας υπουργός. Πάλιν με εμένα ως παράδειγμα: τότε είχα κάνει τον Κώδικα περί Συντάξεων, έναν πολύ εξυγιαντικό νόμο – βαρύ και σκληρό.

# Τι θα πει «σκληρός»;
Έκοβα συντάξεις, μείωνα συντάξεις, έβαζα τάξη στις συντάξεις. Επρόκειτο για νομοθέτημα που μακάρι να μπορούσαμε να το είχαμε σήμερα.

# Ανοχή υπήρχε, τότε, από την κοινωνία; Ή ήταν η ανοχή της ανάγκης;
Η Κυβέρνηση ήταν Κυβέρνηση, ο νόμος ήταν ισχυρός. Από την Βουλή δεν περνούσε για να χαλαρώνουν οι διατάξεις του. Στις συντάξεις, είχα βρει μια κατάσταση χαώδη. Είχε προηγηθεί από μένα ένας υφυπουργός του Κέντρου, αρμόδιος για τα συνταξιοδοτικά (οι υπουργοί δεν τα ήθελαν τα συνταξιοδοτικά διότι ήταν μπελάς μεγάλος, έφερναν και πολιτική φθορά), ένας Γιαννόπουλος βουλευτής Ηλείας – εξαίρετος άνθρωπος, παλιός πολιτικός από τους καλούς – ο οποίος είχε κάνει ένα πολύ αυστηρό νόμο. Είχε προηγηθεί λοιπόν ο Κώδικας του Γιαννόπουλου, ακόμη αυστηρότερος του δικού μου (εγώ διατήρησα τις βασικές διατάξεις, αλλά άμβλυνα ορισμένα σημεία). Αλλά δεν είχε αρχίσει να εφαρμόζεται, ουδείς είχε καταλάβει ότι ο νόμος είναι αλλάξει οπότε μου φόρτωσαν εμένα ότι μείωσα τις συντάξεις: και αυτό, με κυνήγησε επί πολλές δεκαετίες! Όταν πειράζεις τον άνθρωπο στην σύνταξή του, το θυμάται! Από το 1951, πάντως, με τον Κώδικα Συντάξεων, μπήκε κάποια τάξη στις συντάξεις.
Πέραν τούτου, προώθησα και πολλά άλλα θέματα. Είχα παραλλήλως και την αρμοδιότητα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και από τότε απέκτησα στενές σχέσεις με όλο τον νομικό κόσμο.

# Το οποίο ΝΣΚ, τότε, ετύγχανε αναγνωρίσεως;
Απόλυτης! Ξέρετε, η παλιά ελληνική νομοθεσία περιλάμβανε εν πολλοίς σοφές διατάξεις – τις οποίες εν συνεχεία η δημοκοπία των Κυβερνήσεων τις αποδυνάμωσε. Πάλιν παράδειγμα οι συντάξεις: τότε η σύνταξη δεν υπολογιζόταν σε 50στά, υπολογιζόταν για τα πρώτα 25 χρόνια ακέραια, τα επόμενα 5 χρόνια λαμβάνονταν διπλά και τα τελευταία 5 (τα 30-35 χρόνια υπηρεσίας) τριπλά. Έτσι, λειτουργούσε κίνητρο να παραμένουν οι άνθρωποι μέχρι τέλους εν υπηρεσία.
Πάντως, τότε, το ΝΣΚ λειτουργούσε σωστά. Γνωστόν ότι το Ελληνικό Δημόσιο ανέκαθεν είναι στρεψόδικο: αφήνει τον χρόνο να φεύγει, μπορεί να περιμένει έως ότου εξοντώσει τον αντίδικό του. Η μόνη λύσις είναι το Νομικό Συμβούλιο – ως βάσις για συμβιβασμό.

# Να εισηγείται δηλαδή το ΝΣΚ συμβιβασμό, και να γίνεται δεκτός αυτός…
Εγώ βοήθησα πολύ προς αυτήν την κατεύθυνση, να κλείνουν δηλαδή οι υποθέσεις. Σημειώνω όμως και το άλλο: προώθησα το άνοιγμα του υπουργείου. Βρήκα, αναλαμβάνοντας, ένα Γενικό Λογιστήριο που λειτουργούσε ως Γιλδίζ: κανείς δεν έμπαινε μέσα, οι φάκελοι εσωρεύοντο, λειτουργούσαν μεν οι υπηρεσίες άψογα και οι υπάλληλοι ήταν άνθρωποι περιωπής, με την διαφορά όμως ότι ακολουθούσαν την αρχή «δεν απαντάμε». Τα διάφορα αιτήματα, τα ερωτήματα πολιτών παρέμεναν παγίως αναπάντητα. Την κατάσταση αυτήν την άλλαξα ριζικά, ενώ προώθησα και πολλούς συμβιβασμούς επί εκκρεμών υποθέσεων.

# Με επιχειρηματικούς φορείς, κυρίως;
Δείτε, ήταν πολίτες ΄Ελληνες όλοι! Άλλοι ιδιώτες, άλλοι εταιρείες: όμως την αρχή του συμβιβασμού, μέσω ΝΣΚ, την αξιοποίησα πολύ. Αυτό μάλιστα με οδήγησε και σε μια μικρή περιπέτεια: όταν έπεσαν οι Κυβερνήσεις του Κέντρου και ήλθε στα πράγματα ο Μαρκεζίνης, εκείνος για πρώτη φορά εισήγαγε την αναζήτηση δήθεν σκανδάλων – ένα από τα κακά που έκανε ο Μαρκεζίνης, αυτό  – για να πλήξει τις Κυβερνήσεις του Κέντρου. Ήταν, που λέτε, μια υπόθεση σύμβασης συνδεόμενης με τον τουρισμό (όνομα Mercantile), όπου βρέθηκα με συγκατηγορούμενο τον Κωνσταντίνο Τσάτσο ως υπουργό Τουρισμού. Ο Τσάτσος, εν αντιθέσει με τον αδελφό του Θεμιστοκλή ο οποίος ήταν ψυχωμένος, είχε πανικοβληθεί: «θα πάμε φυλακή». Εγώ το αντιμετώπισα γελώντας, η τότε κατάσταση έχει επανέλθει και τώρα, σημειώνω. Τι είχε συμβεί; Ομόφωνη εισήγηση του ΝΣΚ την είχα κάνει αποδεκτή!
Έγινε, θυμούμαι, το εξής ωραίο: με εκάλεσε η τότε Προανακριτική Επιτροπή, ήμουν πάλι βουλευτής, και ένας βουλευτής-δικηγόρος Βασιλάτος μου απηύθυνε τον λόγο ερωτών: «Κύριε συνάδελφε, μπορείτε να μας πείτε γιατί εγκρίνατε αυτήν την πρότασιν του Νομικού Συμβουλίου;» Απαντώ: «Κύριε συνάδελφε, είναι πάρα πολύ απλό: την υπέγραψα και την ενέκρινα διότι δεν την εδιάβασα!» Σάλος, εγώ εξηγώ: «Είμαι νομικός, είμαι και αριστούχος αν θέλετε, και νομίζω πως ξέρω νομικά. Αλλά δεν νομίζω ότι ξέρω πιο πολλά από την Ολομέλεια του ΝΣΚ. Γι αυτό, τις ομόφωνες εισηγήσεις του ΝΣΚ τις υπέγραφα χωρίς να τις διαβάζω. Αμα εσείς γίνεται υπουργός, να τις διαβάζετε!» Έκλεισε έτσι η υπόθεση. Δυστυχώς, αυτήν την απάντηση δεν την δίνουν σήμερα οι πολιτικοί. Δείτε την υπόθεση του Βατοπεδίου: ομόφωνη απόφαση του ΝΣΚ δεν θα εγκρίνουν;
Πάντως, η περίοδος εκείνη υπήρξε για μένα μεγάλο σχολείο γενικώς.