Πόσες επενδύσεις χρειαζόμαστε;

 

Οι απόψεις για το επενδυτικό έλλειμμα της Ελλάδας διίστανται. Τι λένε, όμως, οι αριθμοί; Πόσο απέχουμε από το προ κρίσεως μέγιστο επίπεδο επενδύσεων; Πόσες επιπλέον χρειαζόμαστε για να προσεγγίσουμε, έστω, τον ευρωπαϊκό μέσο όρο;

 

Πολύ μακριά από το μέγιστο του 2007

Κατ’ αρχάς, αν ανατρέξει κάποιος πίσω στον χρόνο, θα βρει το πρώτο κατά σειρά μέγιστο επίπεδο επενδύσεων στην Ελλάδα το 2007. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, τη συγκεκριμένη χρονιά οι επενδύσεις αντιστοιχούσαν στο 26% του ΑΕΠ.

Η διαφορά από το ούτε καν 11,5% της περσινής χρονιάς είναι ακόμα πιο εντυπωσιακή αν εκφραστεί σε ονομαστικούς όρους. Καθώς το περσινό ΑΕΠ ήταν αισθητά μικρότερο από εκείνο του 2007, λόγω της βαθιάς ύφεσης στο μεσοδιάστημα. Εν προκειμένω, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε σταθερές τιμές 2010, το 2007 είχαμε επενδύσεις αξίας μεγαλύτερης των 60 δισ. ευρώ, ενώ το 2016 αξίας ελαφρώς μεγαλύτερης των 20 δισ. ευρώ.

Εν ολίγοις, πριν από δέκα χρόνια, πραγματοποιήθηκαν σχεδόν 40 δισ. ευρώ περισσότερες επενδύσεις σε ετήσια βάση και σταθερές τιμές!

 

Σε μεγάλη απόσταση και από τον μέσο όρο των «28»

Αν το 26% του ΑΕΠ των επενδύσεων του 2007 μοιάζει όνειρο απατηλό για μια οικονομία που έχει ξεφουσκώσει απότομα (από ένα τεχνητά διογκωμένο ΑΕΠ, συνεπεία μη βιώσιμων ελλειμμάτων), ο μέσος όρος των 28 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) δεν μπορεί να θεωρηθεί παράλογος στόχος.

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το 2016, οι επενδύσεις των «28» ανέρχονταν κατά μέσο όρο σχεδόν στο 20% του ΑΕΠ τους. Και σ’ αυτήν την περίπτωση, αισθητά υψηλότερα από το κάτω του 11,5% των ελληνικών.

Στην υποθετική περίπτωση που η χώρα μας κατάφερνε να ακολουθήσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, οι περσινές επενδύσεις θα ήταν σχεδόν 35 αντί 20 δισ. ευρώ. Επαυξημένες, δηλαδή, κατά 70%…

Εν ολίγοις, πέρυσι είχαμε σχεδόν 15 δισ. ευρώ λιγότερες επενδύσεις από όσες υπαγόρευε ο μέσος όρος των 28 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Επενδυτικά ελλείμματα από το 2010

Δεδομένου ότι είμαστε ένα εκ των 28 μελών της Ε.Ε., δεν είναι άτοπο να κάνουμε λόγο για «επενδυτικό έλλειμμα». Εξετάζοντας τα στοιχεία της Eurostat, θα διαπιστώσουμε ότι ήμασταν ελλειμματικοί σε σχέση με τον μέσο όρο των «28» κάθε χρονιά της περιόδου 2010-2016. Όπως φαίνεται ανάγλυφα και στο διάγραμμα που δημιουργήσαμε, το ετήσιο επενδυτικό έλλειμμα κυμάνθηκε από σχεδόν 6 δισ. ευρώ το 2010 έως σχεδόν 15 δισ. ευρώ πέρυσι.

Πρόκειται για ελλείμματα που συσσώρευσαν ένα επενδυτικό χρέος της τάξεως των σχεδόν 85 δισ. ευρώ. Συγκεκριμένα, αν είχαμε ακολουθήσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, θα είχαμε επενδύσεις σχεδόν 265 δισ. ευρώ, από λιγότερες από 180, την επίμαχη περίοδο (2010-2016).

Εν ολίγοις, η Ελλάδα “οφείλει” 85 δισ. ευρώ επενδύσεις για να αντισταθμίσει τη συσσωρευμένη –από το 2010– επενδυτική της υστέρηση από τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το χειρότερο; Όλα δείχνουν ότι το επενδυτικό χρέος θα αυξηθεί περαιτέρω στο προσεχές μέλλον, καθώς δεν διαφαίνεται τρόπος ώστε να εξαλειφθεί το αναμενόμενο επενδυτικό έλλειμμα για το 2017 και τα αμέσως επόμενα χρόνια…

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Από το 2010 και κάθε χρόνο, η Ελλάδα είχε αισθητά λιγότερες επενδύσεις, αναλογικά με το ΑΕΠ της, από ό,τι κατά μέσο όρο και τα 28 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα μεγάλο επενδυτικό κενό, σχεδόν 85 δισεκατομμυρίων ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζεται η φετινή χρονιά.

Σε ετήσια βάση, φαίνεται να χρειάζεται σχεδόν 15 δισ. ευρώ περισσότερες επενδύσεις, για να μη συνεχίσει τουλάχιστον να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Ως προς το επενδυτικό κενό από τα χρόνια της μεγάλης ύφεσης, είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί ποιος θα διαθέσει 85 δισ. ευρώ φρέσκου χρήματος στην Ελλάδα, ακόμα κι αν είναι 100% βέβαιο ότι θα κατευθυνθεί εις το ακέραιο σε παραγωγικές επενδύσεις – σε μια χώρα που έχει κακή φήμη στη χρήση παρόμοιων κονδυλίων…

– Το ελληνικό κράτος, όντας αποκλεισμένο από τις αγορές δανειακών κεφαλαίων, παραμένει ουσιαστικά χρεοκοπημένο, αδύναμο να δανειστεί (και να τυπώσει, βέβαια, χρήμα, ως μέλος της Ευρωζώνης).

– Η εθνική αποταμίευση, αναλογικά με το ΑΕΠ, δεν είναι ούτε η μισή της μέσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

– Οι άμεσες ξένες επενδύσεις, για να καλύψουν το επενδυτικό έλλειμμα μόνο μίας χρονιάς, θα έπρεπε να πολλαπλασιαστούν… 14-15 φορές. Με τους παράγοντες που συντελούν στην αύξησή τους (ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης, περιορισμός της γραφειοκρατίας, οριοθέτηση του χωροταξικού πλαισίου, απλοποίηση του φορολογικού συστήματος) να βελτιώνονται με ρυθμούς χελώνας…

–Τριών Μνημονίων δοθέντων, τα ευρωπαϊκά κέντρα αποφάσεων θεωρείται πολύ δύσκολο να πειστούν για την αύξηση της χρηματοδότησης της Ελλάδας μέσω των κοινοτικών ταμείων. Αν και, βλέποντας αυτά τα στοιχεία, θα έπρεπε από μόνα τους να αντιληφθούν την ανάγκη ενός Σχεδίου Μάρσαλ για το χειμαζόμενο μέλος τους.

Επί του παρόντος, ως μόνη λύση, προβάλλει η μόνιμη τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, ως ένδειξη ανταπόδοσης και στη χώρα που οφείλουν τη γέννησή τους.

Ένας στόχος, απλός στη διατύπωσή του αλλά όχι ανέφικτος. Πολύ σημαντικό για μία χώρα που το πολιτικό προσωπικό της, με ελάχιστες εξαιρέσεις (Κωνσταντίνος Καραμανλής – Ε.Ο.Κ., Κώστας Σημίτης – Ο.Ν.Ε.), αδυνατεί να χαράξει παρόμοιους…