Πώς η Δικαιοσύνη θα περιφρουρήσει τον ρόλο της – και τον εαυτό της (Α)

 

Όταν η κορυφή της Δικαιοσύνης αναγκάζεται – κυριολεκτείται η χρήση της λέξης, που κατά μια ετυμολογική ρίζα συγγευνεύει με το «περιορίζομαι» – να ασχοληθεί με την τραγική μοίρα μιας καταδικασμένης (σε δεύτερο βαθμό, μετ’ έφεσιν) σε 10ετή κάθειρξη (η πρωτόδικη απόφαση ήταν για 15ετή κάθειρξη) 53χρονης καθαρίστριας στον Βόλο, που αλλιώς ουδείς θα γνώριζε την ύπαρξή της αλλά κατόρθωσαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να εγκαταστήσουν στο προσκήνιο του δημόσιου ενδιαφέροντος, αυτό «κάτι» σημαίνει. [Να σημειώσουμε  εδώ, παρενθετικά, ότι και τα παραδοσιακά Μέσα εν πολλοίς σεβάστηκαν την προσωπικότητά της μη αποκαλύπτοντας ονοματεπώνυμο].

Δυο μέρες αφότου ξέσπασε ο σάλος, η Εισαγγελέας Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου έθεσε σε κίνηση τα (βαριά) γρανάζια της αναίρεσης, ενώ σήμερα κρίνεται εσπευσμένως αίτημα αποφυλακίσεως/αναστολής εκτέλεσης της ποινής. Στις δε γυναικείες φυλακές Ελαιώνα Θηβών όπου κρατείται η 53χρονη βρέθηκε ο υπουργός Δικαιοσύνης Μιχάλης Καλογήρου («στα πλαίσια επισκέψεών του στα καταστήματα κράτησης») ο οποίος και την συνάντησε για να την ακούσει και εμψυχώσει. Είχε προηγηθεί δημόσια δήλωση συμπαράστασης από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ, συνδικαλιστικών και τοπικών οργανώσεων, συν από εκφραστές της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων. Και, βέβαια, ακολουθώντας τα social media κατά πόδας – πώς αλλιώς θάκαναν, άλλωστε; – τα τηλεοπτικά Μέσα και ο γραπτός Τύπος εφόρμησαν. Μέχρι και στο περιστύλιο της Βουλής διοργανώθηκε διαμαρτυρία – στο επίκεντρο της πρωτοβουλίας «Φτάνει!» ο Θανάσης Διαμαντόπουλος, o οποίος «έγραψε» με την παρατήρηση ότι «η Νομική Επιστήμη βασίζεται στο – εξιδανικευμένο – ψέμα, ενώ η Πολιτική Επιστήμη μελετάει την – σκληρή – αλήθεια» – προκειμένου να κουνηθεί κάτι από την ανεξάρτητη, τυφλή, ανεπηρέαστη κλπ. Δικαιοσύνη.

Ο τρόπος με τον οποίο η υπόθεση αυτή τράνταξε ευρύτερα την κοινή γνώμη θάπρεπε να αφυπνίσει. Πολλούς. Κατά πολλούς τρόπους. Πρώτιστα όμως την ίδια την Δικαιοσύνη (ανεξάρτητη, τυφλή, ανεπηρέαστη κλπ.) , η οποία σιγά-σιγά αντιλαμβάνεται ότι χρειάζεται να περιφρουρήσει τον ρόλο της, ακριβέστερα τον εαυτό της. Διότι το να μάχεται υπέρ του ίδιου του κύρους της – ως ισότιμη και ισόκυρη με τις άλλες εξουσίες διεκδικεί τον αυτοπροσδιορισμό (Μισθοδικείο, αποφάσεις για την διασφάλιση του «επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης» κατά προτεραιότητα κοκ) στην μισθολογική/συνταξιοδοτική μεταχείριση, μέρες συνταγματικής αναθεώρησης που ζούμε… – είναι και λογικό και αναμενόμενο.  Ομοίως, να απαιτεί – όπως όλο και συχνότερα γίνεται – με δημόσιες τοποθετήσεις τον σεβασμό των κρίσεών της όσες φορές αμφισβητούνται, σε πολύκροτες, «μεγάλες» υποθέσεις. Αν όμως οι αποφάσεις της, διότι εκεί είναι που βασίζεται το όποιο κύρος και η όποια αποδοχή, βρεθούν απαξιωμένες στην ματιά της κοινής γνώμης με αφορμή υποθέσεις «των μικρών ανθρώπων», τότε καμιά υψηλόφρων συνταγματική επίκληση/κατοχύρωση δεν σώζει.

Θα εξειδικεύσουμε αυτήν την σκέψη, με αφορμή ακριβώς την υπόθεση της ζαλιστικά βαριάς καταδίκης της καθαρίστριας του Βόλου με μερικές σκέψεις αύριο.