Πώς η Δικαιοσύνη θα περιφρουρήσει τον ρόλο της – και τον εαυτό της (Β)

 

Δώσαμε χθες, τηρώντας συνειδητά μιαν χρονική απόσταση από τα γεγονότα, μια πρώτη ανάγνωση του τι καθ’ ημάς σημαίνει/τι μπορεί να σημάνει για την Δικαιοσύνη η υπόθεση της καθαρίστριας του Βόλου. Ας πάμε σήμερα κάποια βήματα παρακάτω:

Η αδιανόητη «δεκάρα» που έριξε η εφετειακή σύνθεση στην καθαρίστρια – η πρωτόδικη είχε ρίξει «δεκαπεντάρα»: χρησιμοποιούμε την τρισβάρβαρη αυτή ορολογία, γιατί την έχουμε ακούσει να χρησιμοποιείται έτσι, αυτούσια!, σε ευπρεπείς δικαστικούς κύκλους, όπως έχουμε ακούσει με τα αυτιά μας στην όγδοη αναβολή να εκφωνείται επί διαμαρτυρίας sotto voce το «έχετε να δείτε ακόμη!» – ήταν πλήρως και απολύτως δικαιολογημένη. Υπήρξε ορθή! Ξέρουμε ότι ασφαλώς σοκάρουμε, αλλά ναι: με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο ΚΑΙ με την περιρρέουσα τιμωρητική ατμόσφαιρα, η απόφαση αυτή που γέμισε τον κόσμο φρίκη έχει σταθερή βάση. Ενώ, δηλαδή, ο κοινός θνητός βλέπει στην υπόθεση της καθαρίστριας μια πλαστογραφία στο πιο χαμηλό δυνατό επίπεδο – έστω με επιβαρυντικό στοιχείο το ότι πρόκειται για δημόσιο έγγραφο (ναι, το Απολυτήριο Δημοτικού είναι δημόσιο έγγραφο) και μάλιστα «μετά χρήσεως» (αυτός είναι ο διορισμός) – η ποινική αξιολόγηση έγινε ως φαίνεται με βάση τον νόμο περί καταχραστών του Δημοσίου, που μετράει πάνω από 6 δεκαετίες ζωής. (Διαδοχικές Κυβερνήσεις πήγαν να τον τροποποιήσουν, ιδίως όσον αφορά τις εξοντωτικές κυρώσεις που προβλέπει, ώστε να «δένει τα χέρια» του δικαστή επιβάλλοντας κάθειρξη. Αλλά… ποιος τολμάει να αγγίξει προς το ηπιότερο την μεταχείριση «καταχραστών του Δημοσίου»; στην Ελλάδα; στην Ελλάδα του ΄80; του ΄90; του 2000και;). Και δεν είναι μόνον έως εδώ: η κατάχρηση της καθαρίστριας εις βάρος του Δημοσίου κρίθηκε μεγάλου ύψους, άρα επιβαρυντική συνθήκη κι αυτή, καθώς η ζημία του Δημοσίου υπολογίζεται με βάση το άθροισμα της μισθοδοσίας της καθαρίστριας επί 20ετία. «Μα, δεν τα δούλεψε;»  σκέφτεται/λέει ο κοινός άνθρωπος. Νομικά αδιάφορο, αφού η πρόσληψη ήταν εξαρχής παράνομη! Και το να λαμβάνεται άθροισμα αμοιβών ως βάση έχει νομολογηθεί σε επίπεδο Αρείου Πάγου (Τμήματος, αλλά Α.Π.). Αφήστε που το παράνομο μπορεί να οδηγήσει σε αναζήτηση των καταβληθέντων από το Δημόσιο. Ή και σε αμφισβήτηση των ασφαλιστικών εισφορών της περιόδου (άρα και του όποιου συνταξιοδοτικού δικαιώματος).

Να δούμε λοιπόν από που θα το πιάσει και πού θα καταλήξει η (προαναγγελθείσα) αναίρεση του Αρείου Πάγου το ζήτημα. Να δούμε ακόμη περισσότερο πού θα οδηγήσει η πειθαρχική εξέταση στης στάσης των δυο (επαναλαμβάνουμε) συνθέσεων οι οποίες έκριναν. (Εδώ, μικρή παρένθεση: ο συμπαθής εκείνος πρωτοδίκης που δίκασε και δέχθηκε ως υπαρκτά τα 600τόσα ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ του Σώρρα, δικάζει ακόμη; Ή τι; Ασφαλώς και χαίρει ισοβιότητος ο άνθρωπος, αλλά π.χ. δεν θα μπορούσε να περιποιείται τον κήπο κάποιου δικαστικού μεγάρου;).

Όμως, όταν μια απόφαση οδηγείται στο τερατούργημα της «δεκαπεντάρας» στην καθαρίστρια και μπορεί να θεωρηθεί ορθή, τότε κάτι είναι τραγικά στραβό. Επειδή λοιπόν η Δικαιοσύνη θα την λούζεται την ευθύνη, συνολικά/συλλογικά, και επειδή μπροστά μας βρίσκονται πολύ πιο κεντρικές δίκες – αναζητήστε στο πρόσφατο παρελθόν πολύκροτες καταδίκες με μακρές καθείρξεις (ακόμη και μακρότερες της καθαρίστριας του Βόλου!) για μεγάλο οικονομικό έγκλημα, όπου όμως οι καταδικασθέντες βρέθηκαν ελεύθεροι με αναστολή, ή άλλες περιπτώσεις υψηλού προφίλ με υποτρόπους να ευθύνονται για θανάτους σε τροχαία και να εξαγοράζουν. αναζητήστε αν αντέχετε το πλαίσιο ποινών όταν (κάποτε) θα έχει ολοκληρωθεί η δίκη της Χρυσής Αυγής! – καλό θα ήταν η Δικαιοσύνη να αμυνθεί προληπτικά.

Πώς; Αρχίζοντας να επεξηγεί, ναι, δημόσια, τις αποφάσεις της. Όποιοι τρομάζουν με την ιδέα, ας θυμηθούν ότι όταν π.χ. η High Court έταμε στην Αγγλία την νομιμότητα του δημοψηφίσματος για το Brexit, όχι μόνον η απόφαση βγήκε σε λίγες μέρες, αλλά και συνοδευόταν από τρισέλιδη επίσημη περίληψη/επεξήγηση. Όπου πάλι η απόφαση εδράζεται σε νόμους ξεπερασμένους, ή και παλαβούς, ναι, να το λέει! Συγκρατημένα, προσεκτικά, αλλά να το λέει! Για να περιφρουρήσει – κάπως – τον εαυτό της.

Χρειάζεται η Δικαιοσύνη να κρατήσει επάνω την ευθύνη της για την δική της την κρίση, αλλά χρειάζεται να μεταφέρει στον νομοθέτη – διαφανώς – την ευθύνη για το νομοθετικό πλαίσιο που αφήνεται να ισχύει «επειδή ο κόσμος ζητάει αυστηρότητα». Πεδίον δόξης λαμπρόν για τον συνδικαλισμό των δικαστικών, αυτό τουλάχιστον.

Καθώς και άσκηση πειθούς προς το δικαστικό σώμα, «συναδελφικά» ότι η λογική του «η κοινωνία απαιτεί αυστηρότητα» είναι ξεθεμελιωτική της ίδιας της Δικαιοσύνης. Ομοίως η πρωτόδικη στάση του «ας τα βρουν στο Εφετείο».