Οικονομική Επιθεώρηση, Νοέμβριος 2021, τ.1012

Η ΑΚΤΙΝΟΓΡΑΦΊΑ ΤΩΝ ΕΞΑΓΩΓΏΝ

 

Τα στοιχεία από την Ελληνική Στατιστική Αρχή και την Eurostat επεξεργάστηκε το Ινστιτούτο Εξαγωγικών Ερευνών και Σπουδών του ΣΕΒΕ

 

Το εμπόριο αγαθών μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου υπερβαίνει σταθερά, την τελευταία 5ετία, τα € 2 δισ., με το ισοζύγιο να γέρνει σταθερά υπέρ της Ελλάδας. Μάλιστα το πλεόνασμα στο εμπορικό ισοζύγιο έχει αυξητική πορεία, ενισχυόμενο μέσα σε 5 χρόνια κατά 30%. Τα τελευταία δύο χρόνια οι εξαγωγές προς την Κύπρο κινούνται στο επίπεδο των € 2 δισ., ενώ αντίθετα οι εισαγωγές από την Κύπρο έχουν περιοριστεί κατά τουλάχιστον 15%, με αποτέλεσμα το 2020 να βρίσκονται σε χαμηλότερο επίπεδο από ότι το 2016.

Πλεονασματικό για την Ελλάδα είναι και το ισοζύγιο πληρωμών με την Κύπρο, με το σύνολο του εμπορίου υπηρεσιών να υπερβαίνει πριν την πανδημία τα €1,5 δισ. Οι εισπράξεις κινούνται ανοδικά, ξεπερνώντας το 2019 τα € 900 εκατ., έναντι €778 εκατ. το 2016 (αύξηση 16,5%). Στο σκέλος των πληρωμών, η ισχυρή ανοδική τάση της προηγούμενης τριετίας ανακόπηκε το 2019 από μια μικρή υποχώρηση (6,8%). Ακόμα κι έτσι, όμως, οι πληρωμές ήταν το 2019 αυξημένες κατά 70% σε σχέση με το επίπεδο του 2016.

Οι μισές εισαγωγές αγαθών στην Ελλάδα από την Κύπρο αφορούν σε χημικά προϊόντα (27,2% των εισαγωγών του 2020) και μηχανήματα-υλικό μεταφοράς (22,8%), ενώ υψηλό μερίδιο κατέχουν και τα τρόφιμα και ζωντανά ζώα (19%). Το 2020 εντυπωσιακή αύξηση (316,7%) κατέγραψαν οι εισαγωγές πετρελαιοειδών από την Κύπρο, ξεπερνώντας τα € 12,4 εκατ. – επίπεδο υπερτριπλάσιο εκείνου το 2016. Αυξημένες κατά 60% εμφανίζονται και οι εισαγωγές πρώτων υλών το 2020 σε σχέση με το 2016, πλην όμως σε αυτή την περίπτωση η μεγάλη αύξηση (διπλασιασμός) καταγράφεται την περίοδο 2016-18.

Τα πετρελαιοειδή έχουν σταθερά το μεγαλύτερο μερίδιο (19,4%) στις εξαγωγές από την Ελλάδα προς την Κύπρο, ξεπερνώντας το 2017 ακόμα και τα € 500 εκατ. Στη δεύτερη θέση αναρριχήθηκαν τα τελευταία χρόνια τα μηχανήματα-υλικό μεταφοράς (μερίδιο 18%), σημειώνοντας στην 5ετία αύξηση 25%. Ξεπέρασαν, έτσι το μερίδιο των «διαφόρων βιομηχανικών ειδών», που από τη δεύτερη θέση το 2016 βρέθηκαν στην τέταρτη το 2020 (14,5%), υποχωρώντας χαμηλότερα κι από τα χημικά προϊόντα (16,7%), στο επίπεδο που πλέον βρίσκονται τα «βιομηχανικά είδη» (14,2%).