Οικονομική Επιθεώρηση, Σεπτέμβριος 2020, τ. 998

AΡΙΘΜΟΙ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ του Άγγελου Τσακανίκα*

 

Σταθερά υψηλά το ελληνογερμανικό εμπόριο τα τελευταία χρόνια

 

Η 85η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης υπήρξε τελικά ένα από τα θύματα του κορονοϊού και δεν θα πραγματοποιηθεί. Χάθηκε έτσι η ευκαιρία να προβληθούν και να ενισχυθούν οι οικονομικές σχέσεις της Ελλάδας με την τιμώμενη χώρα, που φέτος θα ήταν η Γερμανία. Ο σχεδιασμός προέβλεπε να παρουσιαστούν μέσα από μια σειρά δράσεων η δυναμική της γερμανικής οικονομίας, τα επιτεύγματά της στις επιστήμες και στην καινοτομία, αλλά και η πορεία της επιχειρηματικότητας, όχι μόνο σε ό,τι αφορά τις μεγάλες γνωστές πολυεθνικές επιχειρήσεις αλλά κυρίως στον τομέα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και στο start up οικοσύστημα.

Στο σημείωμα αυτό έχουμε επιλέξει να αναλύσουμε ορισμένα στοιχεία για τη δυναμική των εμπορικών σχέσεων της Ελλάδας και της Γερμανίας τα τελευταία χρόνια, ώστε να διερευνήσουμε το περιεχόμενο των εμπορικών σχέσεων, όπως τουλάχιστον αυτό αποτυπώνεται στα στοιχεία του εξωτερικού τομέα της ελληνικής οικονομίας.

Το πρώτο ίσως στοιχείο που πρέπει να καταγράψουμε είναι ότι η Γερμανία παραμένει ένας από τους κυρίαρχους εμπορικούς εταίρους της χώρας, παρά το γεγονός ότι σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του 2000 τόσο οι εξαγωγές όσο και οι εισαγωγές έχουν υποχωρήσει σχετικά (Διάγραμμα 1). Πιο συγκεκριμένα, ενώ το 2002 οι εξαγωγές αγαθών αντιπροσώπευαν το 13,2% των συνολικών εξαγωγών αγαθών της χώρας (1,6 δισ. ευρώ), το 2019 αυτές βρίσκονται στο 6,8%, αλλά σε αξία έχουν φθάσει τα 2,3 δισ. ευρώ. Σε όρους εισαγωγών, το 2002 οι εισαγωγές ήταν 13,4% του συνόλου (5,1 δισ. ευρώ), ενώ το 2019 είναι 11% (6,1 δισ. ευρώ). Η Γερμανία αποτελεί έτσι τη δεύτερη σημαντικότερη αγορά-προορισμό των εξαγωγών μας και την πρώτη σε προέλευση εισαγωγών. Η σχετική μείωση του μεριδίου ήταν αποτέλεσμα βεβαίως της σταδιακής διεύρυνσης των αγορών για τις ελληνικές εξαγωγές και σε άλλες γεωγραφικές περιοχές, το οποίο γενικά είναι επιθυμητό, αφού δείχνει βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών εξαγωγών, πρόσβαση σε περισσότερες αγορές και τελικά καλύτερη κατανομή του σχετικού ρίσκου. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, η Γερμανία ήταν και παραμένει μια βασικά εμπορική αγορά για τη χώρα μας.

Σε κλαδικό επίπεδο, αν διερευνήσουμε το περιεχόμενο αυτών των εξαγωγών και εισαγωγών, διαπιστώνουμε ότι οι εξαγωγές φαρμάκων και βασικών μετάλλων (κατά βάση αλουμινίου) αποτελούν μαζί με τα τρόφιμα (κυρίως επεξεργασμένα φρούτα και λαχανικά, γαλακτοκομικά) τους βασικούς εξαγωγικούς κλάδους στη Γερμανία, αποτελώντας το 50% των συνολικών εξαγωγών προς τη χώρα. Σε σχέση με το 2002 καταγράφεται σημαντική πτώση στους κλάδους ένδυσης και στα αγροτικά προϊόντα (Διάγραμμα 2).

Στην πλευρά των εισαγωγών καταγράφεται σημαντική ενίσχυση στα χημικά μετά το 2010, ενώ ακολουθούν οι κλάδοι φαρμάκου και κατασκευής οχημάτων, αλλά και τροφίμων, με τους τέσσερις κλάδους να αποτελούν το 2019 περίπου το 56% των συνολικών εισαγωγών από Γερμανία (Διάγραμμα 3).

Πέρα όμως από τα αγαθά, ενδιαφέρον έχει να εξεταστεί και ο τομέας των υπηρεσιών, όπου προφανώς το κομμάτι του τουρισμού κυριαρχεί. Το σχετικό ισοζύγιο εισπράξεων/πληρωμών είναι βεβαίως πλεονασματικό, καθώς περισσότεροι Γερμανοί επισκέπτονται τη χώρα μας παρά Έλληνες τη Γερμανία. Στο Διάγραμμα 4 καταγράφονται οι εισπράξεις κατά την περίοδο 2015-2019 για τις 15 βασικές αγορές της Ελλάδας. Οι εισπράξεις από Γερμανία κυριαρχούν όλα αυτά τα χρόνια, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 17% των συνολικών εισπράξεων. Το 2019 –που συνιστούσε μια χρονιά με επιδόσεις-ρεκόρ στις εισπράξεις για τη χώρα, με πάνω από 18 δισ. ευρώ– προσέγγισαν τα 3 δισ. ευρώ.

Ένα επιπρόσθετο χαρακτηριστικό των γερμανικών εισροών είναι ότι η μέση δαπάνη ανά ταξίδι είναι σημαντικά υψηλότερη της δαπάνης του συνόλου των τουριστών που επισκέπτονται τη χώρα μας. Συνεπώς, οι Γερμανοί αντιπροσωπεύουν μια «καλή» κατηγορία επισκεπτών, καθώς επιλέγουν να δαπανήσουν πάνω από 700 ευρώ ανά ταξίδι, έναντι 534 ευρώ κατά μέσο όρο στο σύνολο των επισκεπτών.

Συνεπώς, γίνεται φανερό ότι οι εμπορικές σχέσεις με Γερμανία έχουν ιστορικότητα, συνέχεια και συστηματικότητα. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για ενίσχυση των συνεργασιών ενδεχομένως και σε άλλα πεδία, καθώς υπάρχει μια βάση διαπροσωπικών και επιχειρηματικών σχέσεων που έχει καλλιεργηθεί όλα αυτά τα χρόνια.

 

 

*Aναπληρωτής καθηγητής Οικονομικής Αξιολόγησης Συστημάτων Τεχνολογίας, Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας ΕΜΠ, επιστημονικός υπεύθυνος Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας ΙΟΒΕ.