Στον μαγικό κήπο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στα χρόνια της κρίσης με οδηγό ΣΕΒ και E&Y

 

Ένα πρώτο πράγμα – ήδη πολύτιμο – που κάνει η μελέτη η οποία ανακοινώθηκε από τον ΣΕΒ και την Ernst&Young ότι βρίσκεται υπό κατάρτιση για το «τοπίο των μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων στην Ελλάδα», με την λογική αναζήτησης (και, σε δεύτερη φάση, στοχευμένης στήριξης) εκείνου «του επιχειρηματικού προφίλ που αντέχει στην κρίση» είναι ότι φέρνει στο προσκήνιο ένα ολόκληρο φάσμα στοιχείων για τον κόσμο αυτό επιχειρήσεων που όλοι γνωρίζουμε ότι έχει εντελώς ιδιαίτερη σημασία αλλά χωρίς ακριβώς να τον γνωρίζουμε.

Υπάρχει πρώτα-πρώτα το ίδιο το βάρος των ΜμΕ: το ότι αντιπροσωπεύουν 99,9% του συνολικού αριθμού των Ελληνικών επιχειρήσεων δεν έχει τόση σημασία, όσο το ότι παρέχουν 87% της απασχόλησης, αλλά και 19,3% του ΑΕΠ. Από εδώ και πέρα, πάντως, αρχίζουν οι αδυναμίες: οι περισσότερες από τις ΜμΕ είναι οι πολύ μικρές: το 96,9% του συνόλου που είναι ακριβώς αυτές, παράγουν το μόλις 9,3% του ΑΕΠ, ενώ οι απλώς μικρές και μεσαίες (που αριθμητικά είναι 3%) παράγουν μόνες τους το 10%, δηλαδή οριακά περισσότερο.

Με δεδομένο ότι το 87% της απασχόλησης στην Ελλάδα προέρχεται από τις ΜμΕ και ότι ακόμη και του ΣΕΒ – ο οποίος στην κοινή γνώμη ταυτίζεται και σήμερα με «τους μεγάλους» – το 70% των μελών είναι ΜμΕ, ή μελέτη ΣΕΒ/Ε&Υ αποτελεί δείγμα νέων αναζητήσεων στην κατεύθυνση πηγών επιχειρηματικής ανθεκτικότητας και ελαστικότητας/resilience. Δεν μπορεί βέβαια να αγνοεί κανείς ότι η παραγωγικότητα των ΜμΕ στην Ελλάδα εμφανίζεται ιδιαίτερα χαμηλή: είναι στις 20.000 ευρώ/εργαζόμενο, έναντι 42.000 μέσου όρους την ΕΕ-28, 38.000 στην Ιταλία, 52.000 στην Ιρλανδία. Ακόμη πιο δυσοίωνη, είναι η παρατήρηση ότι, μέσα στην κρίση, επήλθε κατά 40% μείωση του αριθμού των ΜμΕ μέσης και υψηλής τεχνολογίας: αν κάτι, αυτό δείχνει πόση έμφαση χρειάζεται να δοθεί στην ανάκαμψή τους.

Ας κλείσουμε την συνοπτική αυτή αποτύπωση με αναφορά στα στοιχεία εκείνα που η προσέγγιση ΣΕΒ και Ε&Υ αναδεικνύει ως ενδείξεις καλύτερης στάσης στα χρόνια της κρίσης στην στρώση ιδίως των μεσαίων μονάδων:

  • Σχετικό μέγεθος, που δίνει ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα: Οι μεσαίες επιχειρήσεις αύξησαν τα περιθώρια κέρδους έως 35%, ενώ οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις είχαν πτώση 50%. Επίσης, αν και μειώθηκε ο συνολικός αριθμός των μεσαίων επιχειρήσεων, η μοναδιαία προστιθέμενη αξία παρέμεινε σταθερή, ενώ των πολύ μικρών και μικρών μειώθηκε σημαντικά (-12,5%).
  • Εξωστρέφεια και εστίαση σε εμπορεύσιμα προϊόντα / υπηρεσίες: Οι ΜμΕ είναι κυρίως εισαγωγικές, όμως, ειδικά οι μεσαίες, πέτυχαν 40% αύξηση των εξαγωγών τους.
  • Έργα σε δραστηριότητες προστιθέμενης αξίας: Η φαινόμενη παραγωγικότητα (προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο) στις μεσαίες επιχειρήσεις είναι περίπου 40% μεγαλύτερη από τις μικρές και περίπου 178% μεγαλύτερη από τις πολύ μικρές.
  • Έμφαση στη Μεταποίηση, όπου εμφανίζεται τετραπλάσια προστιθέμενη αξία (ανά επιχείρηση) σε σχέση με τις υπηρεσίες.
  • Καινοτομία, με τις επιδόσεις στο δείκτη καινοτομίας (European Innovation Scoreboard – EIS) στο 29,6 έναντι 30,6 μ.ο. στην Ε.Ε.
  • Συμμετοχή σε παραγωγικά (Β2Β) δίκτυα και συνεργασίες με μεγαλύτερες επιχειρήσεις: Ειδικά για τις καινοτόμες επιχειρήσεις, αυτό αφορά στο 12,4%, έναντι 10,3% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Ήδη αυτές οι επισημάνσεις, εν αναμονή της δεύτερης φάσης της μελέτης ΣΕΒ – Ε&Υ που θα καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις, δείχνει την βασική κατεύθυνση: που δεν μπορεί παρά να είναι η επιδίωξη αύξησης του μεγέθους. Αυτό όμως, υπό τις τωρινές συνθήκες, περισσότερο δείχνει προς την κατεύθυνση συγχωνεύσεων και κινήσεων εξορθολογισμού (ενδεχομένως και υπό την πίεση του τραπεζικού συστήματος). Κάτι τέτοιο, βέβαια, θα προϋπέθετε αλλαγή νοοτροπίας – πράγμα που ευκολότερα λέγεται παρά γίνεται…