Στο ναρκοπέδιο, και πάλι, των Γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων (Α)

 

Δεν είναι δύσκολο να δειχθεί κανείς δύσπιστος ως προς την εσωτερική σοβαρότητα της προαναγγελμένης οριστικοποίησης του πορίσματος της Βουλής των Ελλήνων – μετά από αρκετά μακρές μελέτες και με βάση ερευνητική δουλειά εμπειρογνωμόνων – σχετικά με το ύψος, το περιεχόμενο και την δομή εκείνου που έχει επικρατήσει να λέγεται «πολεμικές επανορθώσεις» της Ελλάδας από την Γερμανία.

Ασφαλώς θα αφεθεί πρώτα να προσπεράσει η 14η Οκτωβρίου – μέρα αληθινά κρίσιμων εκλογών στην Βαυαρία, που μπορεί ως και συνολικά τις πολιτικές ισορροπίες του Μεγάλου Συνασπισμού (που… μας προέκυψε χλωμός) στο Βερολίνο να τραντάξουν, ασφαλώς αφέθηκε να περάσει καιρός από την αμφιλεγόμενη «έξοδο της Ελλάδας από τα Μνημόνια» – αλλά το γεγονός είναι ότι το θέμα των επανορθώσεων έρχεται, για μιαν ακόμη φορά, προεκλογικά. Αυτό, όσο και νάναι, λειτουργεί υπέρ μιας δυσπιστίας ως προς τις πολιτικές προθέσεις…

Πάντως, επειδή οι σχέσεις Αθηνών Βερολίνου βρίσκονται σήμερα σε γνησίως σοβαρό επίπεδο  – προσοχή! μιλούμε για τις σχέσεις των δυο χωρών, όχι του ενός πολιτικού με την άλλη πολιτικό μόνον! – δεν θα ήταν σωστό να παραβλέψουμε τι θα μπορούσε να είναι πίσω/πέρα απ’ αυτήν την πολιτική κίνηση. Μην ξεχνούμε ότι και ο προηγούμενος Πρόεδρος της Γερμανίας Γιοακίμ Γκάουκ αλλά και διαδοχικοί Γερμανοί πρέσβεις έχουν τοποθετηθεί σοβαρά σχετικά με τις ευθύνες της Γερμανίας για τις καταστροφές της Κατοχής. ενώ αναμένεται τώρα ο Πρόεδρος Φράνκ-Βάλτερ Στάϊνμαγιερ με αντίστοιχη στόχευση λόγου. Και ασφαλώς, όπως είχε καταγραφεί όταν ο (τότε) Γερμανός πρέσβυς είχε συναντηθεί με τον Μανόλη Γλέζο, η ιστορική και ανθρώπινη ευθύνη ξεπερνάει κάθε οικονομικό υπολογισμό. Όμως…

….Όμως η οικονομική διάσταση υπάρχει. Εδώ, χρειάζεται και λίγη ιστορική/νομική προσγείωση, και αρκετή πολιτική ευφυία. Πρώτα-πρώτα, όμως, η διάκριση των εννοιών. Άλλο – εντελώς άλλο! – πράγμα είναι οι αποζημιώσεις από καταστροφές επί Κατοχής: εδώ πρόκειται για αποκατάσταση ζημιάς. Άλλο είναι οι πολεμικές επανορθώσεις, δηλαδή η οικονομική ανταπόκριση στην συνολική καταστροφή της Κατοχής. Και τρίτο είναι το θέμα του Κατοχικού Δανείου, που η χορήγησή του επιβλήθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος για την σίτιση και τον εφοδιασμό των Δυνάμεων Κατοχής. Το τελευταίο αυτό δεν εντάσσεται στην ίδια κατηγορία με τα προηγούμενα: υπήρξε οικονομική συμφωνία-παροχή, άλλωστε είχε αναγνωρισθεί και είχε… αρχίσει να αποπληρώνεται από τις κατοχικές δυνάμεις πριν την αποχώρησή τους από την Ελλάδα το 1944 (Προσοχή! Ο υπολογισμός της σημερινής του αξίας είναι πολύ δύσκολη υπόθεση. Πάντως πρόκειται για «λογικό» ποσό κάποιων δις ευρώ – αν όμως δεν συνυπολογίσει κανείς την ξεθεμελιωτική οικονομική ζημία που προκάλεσε, ως αλυσιδωτή αντίδραση, ο τρομερός πληθωρισμός της Κατοχής. Που, αυτός, ξεπάτωσε την Ελλάδα). Οι αποζημιώσεις, πάλι, είναι ζήτημα απόδειξης της ζημίας και υπολογισμού της. Όσες φορές αυτό επιχειρήθηκε/επιδιώχθηκε από συγκεκριμένους ανθρώπους ή ομάδες, νομικά, ξεκίνησε ή και κατέληξε σε «κάτι». Άλλο θέμα τώρα – υπόθεση Διστόμου – η μέχρι τελικού τορπιλισμού αδυναμία να επιβληθεί η καταβολή των επιδικαζόμενων ποσών μέσα από την λογική της ετεροδικίας για το Γερμανικό Δημόσιο. Ενώ το θέμα των επανορθώσεων πάει πολύ πιο μακριά, είναι η οικονομική αναγνώριση της συνολικής καταστροφής.

Όποιος τυχόν θέλει – ψύχραιμα, με αναγωγή στα χρόνια του Πολέμου και της Κατοχής και όχι τώρα με τις κατά καιρούς νευρικές και επιδεικτικές πολιτικές διεκδικήσεις (που, γι αυτόν τον λογο, λησμονούνται) – μπορεί να βρει υλικό από τις ίδιες τις Γερμανικές μαρτυρίες της εποχής στο έργο των Θανάση Γκιούρα/Μιχάλη Ψαλιδόπουλου «Κατοχή, ναζισμός και Ελληνική οικονομία: Υπηρεσιακές εκθέσεις και απομνημονεύματα». Πάντως η Βουλή των Ελλήνων έχει καταλήξει και σε διαπιστώσεις και σε ποσοτικοποιήσεις: γίνεται λόγος για 270 δις ευρώ σε τρέχουσα αξία (Ενώ το Κατοχικό Δάνειο οι μελέτες που ασπάζεται η Βουλή το υπολογίζουν σε 10 δις). Επειδή το τελευταίο αυτό ποσό είναι «λογικό», και επειδή η αξίωση είναι εμπορικού/οικονομικού χαρακτήρα, με δυνατότητες συμψηφισμού ή άλλης ρύθμισης, μπορεί αληθινά να λειτουργήσει ως μια πρώτη παραδοχή που να μετακινήσει την Γερμανική στάση από την έως τώρα απόλυτη/νομική άρνηση. Αυτήν την αίσθηση δημιουργεί άλλωστε και η αναφορά στον Spiegel για όλη την υπόθεση των επανορθώσεων, την περασμένη εβδομάδα.

Επειδή όμως – το προβλέπουμε! – θα ξεκινήσουν τώρα οι πολιτικές αντεγκλήσεις γύρω από το θέμα, λίγη μνήμη θα ήταν καλό να υπάρχει. Λοιπόν: όταν το 1945 τελείωνε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και στην Γιάλτα τέθηκε το ζήτημα των πολεμικών επανορθώσεων (πρωτοβουλία Στάλιν, αυτό) μαζί με την αρχή του αφοπλισμού της Γερμανίας, είχε τεθεί η βάση της κατάσχεσης 80% της βαριάς βιομηχανίας της ηττημένης Γερμανίας και του συνόλου των πολεμικών της βιομηχανιών. Απ’ αυτά θα καταβάλλονταν άμεσες επανορθώσεις και εν συνεχεία ετήσιες καταβολές προς τις χώρες που είχαν συμμετάσχει στον Πόλεμο. Ρωσία, ΗΠΑ και Μεγ. Βρετανία θα εδικαιούντο το μεγαλύτερο μέρος των επανορθώσεων (94%), με τους Ρώσους να «καλύπτουν» την Πολωνία και τους ΑμερικανοΑγγλους την Γαλλία.

Στην Ελλάδα, που γινόταν δεκτό ότι είχε υποστεί ιδιαίτερα εκτεταμένη καταστροφή, ειχε τότε γίνει ιδιαίτερη αναφορά αλλά… χωρίς κατάληξη, καθώς το καλοκαίρι του 1945 ήγαν αμφιλεγόμενο ακόμη που θα «ανήκε». Η ίδια η Ελληνική Κυβέρνηση έθεσε ζήτημα επανορθώσεων μερικές βδομάδες μετά την διάσκεψη του Πότσνταμ (η οποία ολοκλήρωσε την Γιάλτα), με αποδοχή της θέσης από ΗΠΑ και Ρωσία, αλλά χωρίς να δοθεί συγκεκριμένη συνέχεια.

Το θέμα όμως μακραίνει: θα επανέλθουμε αύριο.