Συζήτηση για «Κοινωνία των Πολιτών και Φιλανθρωπία στην Ελλάδα»: τα πιο συγκεκριμένα

 

Βλέπαμε χθες πώς η έρευνα που ανέλαβε η διαΝΕΟσις για λογαριασμό του Ιδρύματος Μποδοσάκη με αντικείμενο «Κοινωνία των Πολιτών και Φιλανθρωπία στην Ελλάδα», ανέδειξε κάποιες ενδιαφέρουσες αντιλήψεις της κοινής γνώμης για την θεματική αυτή.

Βέβαια, στην ερώτηση πόσο καλά γνωρίζουν οι ερωτώμενοι – που είδαμε τις βασικές απαντήσεις τους ήδη – την δράση των  κοινωφελών Ιδρυμάτων, λιγότεροι από 4% απαντούν «πολύ καλά», 32,3% «αρκετά» ενώ 53,4% με ειλικρίνεια λένε «λίγο» (και 10,5% «καθόλου»). Ακόμη πιο ενδιαφέρον να σημειώσει κανείς ότι ναι μεν  4 στους 10 δηλώνουν πως βλέπουν τα κοινωφελή Ιδρύματα και την δράση τους θετικά, αλλά 5 στους 10 διατηρούν στάση επιφυλακτική… Ίσως το αιχμηρότερο εύρημα (αν και αρκετά αναμενόμενο, εντέλει) είναι ότι την ευνοϊκότερη στάση έχουν όσοι είναι (κατά δήλωσιν) «ευκατάστατοι» ή/και «στην ανώτερη κοινωνική τάξη» (γύρω στο 50%). Την ίδια στιγμή, όσοι «δεν τα βγάζουν πέρα οικονομικά» δηλώνουν μόνο κατά 26% θετικοί…

Η έρευνα πήγε και παρακάτω: ρώτησε αν «τους τελευταίους δώδεκα μήνες» έχουν αναλάβει οι ερωτώμενοι κάποια φιλανθρωπική δράση. Σχεδόν τα τρία τέταρτα απάντησαν ότι έδωσαν ρουχισμό ή φάρμακα, πάνω από 60% προέβησαν σε χρηματική συνεισφορά, μόνον 22,5% προσέφεραν εθελοντική εργασία (φύλαξη παιδιών, φροντίδα ηλικιωμένων, μαθήματα, καθαρισμό). Βέβαια, στο ίδιο χρονικό διάστημα μόνον 7,5% δηλώνουν ότι υπήρξαν μέλος σε ΜΚΟ, ενώ μόλις 23,4% ότι συνεισέφεραν χρηματικά σε ΜΚΟ ή σε «κάποια οργάνωση» τα στοιχεία αυτά δεν δένουν και τόσο με τα αμέσως προηγούμενα!…

Αλλά και στο επόμενο ερώτημα, με ποιους τρόπους «αν έπρεπε να συμμετάσχουν» οι ερωτώμενοι σε κάποια δράση θα το έπρατταν, οι θετικότερες επιλογές είναι η παροχή ρουχισμού κλπ. (άνω του 65%) η προσωπική εργασία (γύρω στο 60%) ενώ η οικονομική βοήθεια επιλέγεται από 30% (η δε «φιλοξενία ατόμου στο σπίτι» από λιγότερο του 20%).

Προσέξτε, τώρα, το ακόμη πιο ενδιαφέρον: όταν οι ερωτώμενοι τίθενται μπροστά σε ένα πιο συγκεκριμένο ενδεχόμενο – για παράδειγμα στις πλημμύρες στην Μάνδρα – κατά το μεγαλύτερο ποσοστό (άθροισμα του «σε μεγάλο βαθμό» και «σε σημαντικό βαθμό» ) θα παρείχαν υλική βοήθεια, ρουχισμό, τρόφιμα κοκ σχεδόν κατά 80%, θα προσέρχονταν με εθελοντική εργασία κατά 70%, θα έδιναν οικονομική βοήθεια 40%, ενώ θα φιλοξενούσαν ανθρώπους σπίτι τους κατά 45%.

Άμα όμως βρίσκονταν αντιμέτωποι με προσφυγικές/μεταναστευτικές ροές στην Λέσβο, πάλιν η υλική βοήθεια είναι πρώτη, με 68% , ακολουθεί η προσωπική παρουσία με εργασία στα camps με σχεδόν 50%: πρόδηλη η υστέρηση σε σχέση με την Μάνδρα… Η οικονομική βοήθεια απέχει, όμως όχι και τόσο: σχεδόν 30%, αλλά η φιλοξενία στο σπίτι κατακρημνίζεται – στο 20,5%…

Προκύπτουν συμπεράσματα: Για μας, καλές προθέσεις και γενικώς θετικό περιβάλλον/προδιάθεση. Η εικόνα, πάντως, θολή. Όμως, κυρίως η θετική καταγραφή σε οικονομικά/κοινωνικά «άνετα στρώματα», που είναι εξαιρετικά αμφίβολα αν στην πράξη – εκεί που μετράει! – θα προσέλθουν/θα προσέρχονταν για ουσιαστική εθελοντική π.χ. προσφορά. Αν τα κοινωφελή Ιδρύματα όντως «βλέπουν» την κοινωνική προσφορά ως πεδίο που πρέπει να αναπτυχθεί, έχουν πολλή δουλειά να κάνουν στην Ελλάδα μετά-την-κρίση. Πολλή.