Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούλιος 2020, τ. 996

του Χάρη Σαββίδη

 

Η ύφεση που προκαλεί η πανδημία και τα μέτρα για την αντιμετώπισή της είναι βαθιά για όλες τις οικονομίες του πλανήτη. Στην Ελλάδα, όπου η οικονομία «έχανε στροφές» ήδη από το β΄ εξάμηνο του 2019 (2,8% το β΄ τρίμηνο, 2,3% το γ΄ τρίμηνο, 1% το δ΄ τρίμηνο), η επίδοση του α΄ τριμήνου δεν ήταν καταστροφική (-0,9%). Πλην όμως, η πανδημία ξέσπασε στις τελευταίες εβδομάδες και πιθανότατα έχει ελάχιστα καταγραφεί στα στοιχεία, καθώς η πρώτη εκτίμηση του ΑΕΠ στηρίζεται κυρίως σε στατιστικές αναγωγές στοιχείων που συλλέγονται κατά τους πρώτους μήνες του τριμήνου. Το δε μεγάλο ειδικό βάρος του τουρισμού και η εποχικότητα που αυτό προκαλεί στην οικονομία ενισχύουν τις ανησυχίες για πρωτόγνωρη συρρίκνωση του ΑΕΠ.

Σε αυτό το τοπίο, εμφανίστηκε ως… μάννα εξ ουρανού η πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να δημιουργήσει το Ταμείο Ανάκαμψης, από το οποίο μάλιστα οι πρώτες πληροφορίες θέλουν την Ελλάδα να λαμβάνει περί τα 32 δισ. ευρώ (22,5 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και 9,4 δισ. ευρώ σε χαμηλότοκα δάνεια). Πέραν των χειρισμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ζητούμενο στην Ελλάδα είναι να διαμορφωθούν οι συνθήκες ώστε αυτοί οι πόροι να πιάσουν τόπο και η οικονομία να ανακάμψει δυναμικά.

Η συνταγή Πισσαρίδη

Για τον σκοπό αυτό ο πρωθυπουργός πρόσφατα ανακοίνωσε τη δημιουργία ειδικής Επιτροπής για το νέο σχέδιο ανάπτυξης υπό τον καθηγητή του LSE Χριστόφορο Πισσαρίδη. Ακριβώς προ διετίας, τον Ιούλιο του 2018, σε συνέντευξή του προς την Οικονομική Επιθεώρηση μιλούσε για την αναγκαιότητα μιας οικονομικής ένεσης αδρεναλίνης – υπό αυτήν την έννοια ίσως η κρίση της πανδημίας προσφέρει τη μεγάλη ευκαιρία στην ελληνική οικονομία. Στα τέλη του 2019, σε μια νέα σύντομη συνομιλία, επεσήμανε ότι “η λιτότητα συνεχίζει να κάνει ζημιά”.

Ο νομπελίστας οικονομολόγος συμμετείχε πρόσφατα σε συζήτηση που διοργάνωσε στο πλαίσιο του Delphi Economic Forum ο όμιλος Economia (Οικονομική ΕπιθεώρησηgreekBusinessFile), με τη συμμετοχή του γενικού διευθυντή του, Αντώνη Παπαγιαννίδη. Εκεί έσπευσε να επαναλάβει ότι «Σχετικά με την Επιτροπή θα πρέπει πρώτα να μιλήσω με τον πρωθυπουργό – πριν από αυτό δεν πρόκειται να μιλήσω με κανέναν άλλο». Πλην όμως, η πρώτη εκτίμηση που προσέφερε περί της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η παγκόσμια και η ελληνική οικονομία επιτρέπει την άντληση κάποιων συμπερασμάτων σχετικά με τα κλειδιά της ανάκαμψης που εκείνος εντοπίζει.

«Δεν είμαι οπαδός της θεωρίας ότι επιλέγουμε μερικούς κλάδους ως πρωταθλητές και στη συνέχεια τους βοηθάμε. Ουδείς μπορεί να γνωρίζει ποιοι κλάδοι είναι περισσότερο ανταγωνιστικοί. Δεν είναι κάτι που κάνουν οι οικονομολόγοι: να λένε αυτός ο κλάδος ίσως είναι καλός κι ο άλλος όχι. Αυτό που κάνουν οι οικονομολόγοι είναι να εντοπίζουν εμπόδια στην ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα. Μόλις αφαιρέσεις αυτά τα εμπόδια η οικονομία θα κατευθυνθεί από μόνη της προς τους κλάδους όπου υπάρχει συγκριτικό πλεονέκτημα, σε όρους ανθρωπίνου κεφαλαίου, φυσικού κεφαλαίου, γεωγραφικής θέσης, θεσμικών υποδομών και ιστορίας – όλοι αυτοί οι παράγοντες συνεισφέρουν. Το πραγματικό ζητούμενο είναι η δημιουργία του κατάλληλου θεσμικού περιβάλλοντος για την εκδήλωση του επιχειρηματικού πνεύματος», υποστήριξε ο καθηγητής Πισσαρίδης.

Ειδικά στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, η συνταγή αυτή είναι πολλά υποσχόμενη, καθώς ο νομπελίστας οικονομολόγος δηλώνει ότι «σίγουρα οι Έλληνες έχουν έφεση στην επιχειρηματικότητα, κι αυτό μπορούμε να το δούμε όταν λειτουργούν σε ανταγωνιστικό περιβάλλον». Όπως άλλωστε επισημαίνει, «ο ελληνικός πολιτισμός είναι ζωντανός για πολύ-πολύ καιρό, οπότε κάτι θα πρέπει να πηγαίνει καλά με αυτό τον λαό!» Άρα «εκείνο που χρειάζεται είναι να τους δοθεί η πρωτοβουλία και θα τα καταφέρουν καλύτερα να εντοπίσουν τους κατάλληλους κλάδους απ’ ό,τι εγώ».

 

Η σημασία της εμπιστοσύνης

Αν είναι όμως έτσι, τότε γιατί δεν είναι η ελληνική οικονομία αγαπημένος προορισμός των επενδυτών; «Αυτό που ωθεί τους ανθρώπους να λειτουργούν με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα δεν είναι η νοοτροπία τους αλλά η δομή της οικονομίας και τα κίνητρα που τους προσφέρονται. Ο μόνος κλάδος όπου πιστεύω ότι η κερδοσκοπία είναι έμφυτη είναι οι χρηματοοικονομικές αγορές – με εξαίρεση την επιχειρηματική τραπεζική, λειτουργούν μόνο βραχυπρόθεσμα. Στις υπόλοιπες επιχειρηματικές δραστηριότητες, οι άνθρωποι λειτουργούν με βραχυπρόθεσμη στόχευση μόνο όταν φοβούνται ότι η κατάσταση θα χειροτερεύσει μακροπρόθεσμα. Χρειάζεται εμπιστοσύνη στην κυβερνητική οικονομική πολιτική και στο περιβάλλον για να προχωρήσεις σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις», εξηγεί ο καθηγητής.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει την Κίνα, όπου «σχεδιάζουν ήδη τι θα συμβεί το 2047 και προετοιμάζουν τον ψηφιακό μετασχηματισμό που θα θέσει τις βάσεις για τα επόμενα 100 χρόνια». Υποστηρίζει, λοιπόν, ότι «για να αυξηθούν οι μακροπρόθεσμες επενδύσεις χρειάζεται να αυξηθεί η εμπιστοσύνη στην πολιτική σταθερότητα, να είναι βέβαιο ότι όσοι επενδύουν θα λάβουν τα κέρδη που θα προκύψουν και ότι θα υπάρχουν οι κατάλληλες υποδομές».

Πέρα από το Αναπτυξιακό Σχέδιο

Ο αναπτυξιακός σχεδιασμός είναι, κατά συνέπεια, ένα από τα κλειδιά – μια αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη. Άλλωστε, Αναπτυξιακό Σχέδιο υπάρχει έτοιμο από την προηγούμενη κυβέρνηση, ενώ αντίστοιχες προσπάθειες έγιναν αρκετές στο παρελθόν (όπως εύστοχα υπενθύμισε ο Αντώνης Κεφαλάς). Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελούν και τα προγράμματα προσαρμογής που συνόδευσαν τα Μνημόνια, για την εφαρμογή των οποίων έχει προσωπική εμπειρία ο Μπομπ Τραα. Ο επικεφαλής του γραφείου του ΔΝΤ στην Ελλάδα την περίοδο 2010-2013 σε υπό έκδοση βιβλίο του εντοπίζει σειρά από αβελτηρίες (εγχώριας αλλά και εισαγόμενης προέλευσης) που δεν επέτρεψαν να υπάρξουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Σταχυολογήσαμε αποσπάσματα που αφορούν πρακτικές που αδρανοποιούν μεταρρυθμίσεις, με βασική συνέπεια κυβερνήσεις αλλά και κοινωνία να υποστούν το κόστος αλλά όχι και τα οφέλη τους. Αν αυτές δεν αντιμετωπιστούν, κάθε προσπάθεια μοιάζει καταδικασμένη.

 

Οι κίνδυνοι

Η προσπάθεια ανάκαμψης δεν αφορά, βέβαια, μόνο την ελληνική οικονομία και δεν μπορεί να πετύχει ανεξάρτητα από την πορεία της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας οικονομίας. Οι προκλήσεις είναι σημαντικές για όλους. Με τους κατάλληλους χειρισμούς η πανδημία μπορεί να μετατραπεί σε καταλύτη αλλαγής, όπως εύστοχα σημειώνει στο βιβλίο Coronomics, που πρόσφατα κυκλοφόρησε στη Γερμανία (και συγκαταλέγεται ήδη μεταξύ των bestseller) ο Γερμανός οικονομολόγος Daniel Stelter.

Ερώτημα, τέλος, παραμένει ο τρόπος με τον οποίο θα επιμεριστεί η ανάπτυξη, εφόσον προκύψει. Στη διαρκή αύξηση των ανισοτήτων στις ανεπτυγμένες οικονομίες, κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, χρεώνεται από πολλούς η αδυναμία ουσιαστικής ανάκαμψης μετά τη χρηματοοικονομική κρίση του 2008, καθώς και η αναζήτηση λύσεων σε πολιτικές προστατευτισμού και απομονωτισμού. Η μείωση της φτώχιας και των ανισοτήτων, η δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη, συγκαταλέγονται στα ζητούμενα για την επόμενη μέρα της πανδημίας. Ο τρόπος αναζητείται.