Το ΑΕΠ των ελλειμμάτων

 

Πόσο ήταν το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της Ελλάδος προτού η οικονομία της βυθιστεί στην ύφεση; Μήπως, επί της ουσίας, έχει μόνο ακαδημαϊκή σημασία το μέγεθός του, αφού επρόκειτο για ένα ΑΕΠ φούσκα – φουσκωμένο από τεράστια ελλείμματα που δεν πρόκειται ποτέ στο μέλλον να ξαναβρούν χρηματοδότες;

 

Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το ΑΕΠ της Ελλάδας, σε τρέχουσες τιμές, ήταν 242 δισεκατομμύρια ευρώ το 2008 και 176 δισεκατομμύρια ευρώ το 2016. Δηλαδή, περισσότερα από 65 δισεκατομμύρια ευρώ φαίνεται να εξανεμίσθηκαν στο διάστημα αυτό.

Αν, όμως, εξετάσει κάποιος το μέγεθος των ελλειμμάτων του 2008 στο ισοζύγιο γενικής κυβέρνησης και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, θα αντιληφθεί ότι τα 242 δισεκατομμύρια ευρώ εκείνου του ΑΕΠ δεν αντιστοιχούσαν στις παραγωγικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας.

 

Δίδυμα Ελλείμματα

Το 2008, αναλογικά με το ΑΕΠ, η Ελλάδα είχε έλλειμμα:
– μεγαλύτερο του 10% στο ισοζύγιο γενικής κυβέρνησης, ήτοι το υψηλότερο μεταξύ και των 28 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπερτετραπλάσιο του μέσου όρου τους,
– κοντά στο 16% στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ήτοι το δεύτερο υψηλότερο μεταξύ των 28 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δωδεκαπλάσιο του μέσου όρου τους.

Το 2009, αναλογικά με το ΑΕΠ, η Ελλάδα είχε έλλειμμα:
– μεγαλύτερο του 15% στο ισοζύγιο γενικής κυβέρνησης, ήτοι το υψηλότερο μεταξύ και των 28 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπερδιπλάσιο του μέσου όρου τους,
– 12,5% στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ήτοι το υψηλότερο μεταξύ και των 28 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και… 125 φορές τον μέσο όρο τους (καθώς εκείνος ήταν πολύ κοντά στο μηδέν).

Τα δίδυμα ελλείμματα ξέφυγαν τελείως στη χώρα που θα ανέμενε κανείς ότι θα ήταν η τελευταία που θα της επιτρεπόταν κάτι τέτοιο. Ο λόγος; Το δημόσιο χρέος της. Από χρόνια, το υψηλότερο μεταξύ των «28». Το 2009, πάνω από 125% του ΑΕΠ, ήτοι περισσότερες από 50 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ υψηλότερο από το μέσο αντίστοιχο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εν ολίγοις, μια φούσκα ορατή δια γυμνού οφθαλμού, που αργά ή γρήγορα θα έσκαγε. Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση έμελλε απλώς να αποτελέσει τη βελόνα.

 

Σύνθεση του ΑΕΠ

Εάν εξετάσει κάποιος και τη σύνθεση του ΑΕΠ της Ελλάδος το 2009, βάσει της γνωστής μακροοικονομικής ταυτότητας, θα διαπιστώσει ότι:
– τη μερίδα του λέοντος καταλάμβανε η κατανάλωση, κυρίως η ιδιωτική και δευτερευόντως η δημόσια,
– οι επενδύσεις είχαν μικρότερο μερίδιο από τη δημόσια κατανάλωση,
– οι καθαρές εξαγωγές ήταν πολύ αρνητικές, λόγω της μεγάλης αξίας των εισαγωγών.

Εν συγκρίσει μάλιστα με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), η Ελλάδα, αναλογικά με το ΑΕΠ, το 2009 είχε:
– Την υψηλότερη κατανάλωση, σχεδόν 93% έναντι 81% στην Ε.Ε., σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat.
– Τη χαμηλότερη ακαθάριστη αποταμίευση, κάτω από 6% έναντι σχεδόν 20% στην Ε.Ε., σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Το χειρότερο είναι ότι, παρά τη συρρίκνωση κατά 1/4 του ΑΕΠ, τα ελληνικά μερίδια έχουν βελτιωθεί μάλλον οριακά.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Τη διετία 2008-2009, η ελληνική οικονομία φαινόταν αναπτυγμένη μ’ ένα πλασματικό ΑΕΠ, πλασμένο από υπέρογκα δίδυμα ελλείμματα – τα υψηλότερα μεταξύ όλων των οικονομιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σ’ ένα ΑΕΠ όπου η κατανάλωση είχε το υψηλότερο και η αποταμίευση το μικρότερο μερίδιο από όλα τα αντίστοιχα μερίδια.

Το ότι η ίδια οικονομία ήταν φορτωμένη μ’ ένα δυσθεώρητο δημόσιο χρέος, επίσης το υψηλότερο μεταξύ των «28», καθιστούσε θέμα χρόνου τον αποκλεισμό της από τις αγορές δανειακών κεφαλαίων.

Μ’ αυτά τα ζοφερά δεδομένα και παρά τα περί αντιθέτου λεγόμενα, η μνημονιακή λιτότητα είχε πάψει να αποτελεί εναλλακτική επιλογή πολύ πριν η απουσία δυνητικών πιστωτών το 2010 τη μετατρέψει σε πλήρη μονόδρομο.

Σήμερα, με ισοσκελισμένα πλέον τα δίδυμα ελλείμματα, μετά τις αιματηρές θυσίες των τελευταίων ετών, το –μειωμένο κατά 65 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές– ΑΕΠ είναι, χωρίς αμφιβολία, πιο κοντά στις παραγωγικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας.

Υπ’ αυτήν την έννοια, το προ κρίσης ΑΕΠ ανήκει στο παρελθόν, αφού αποκλείεται να επιτραπεί ξανά στην Ελλάδα να το αποκτήσει ακόπως μέσα από ελλείμματα. Παρά μόνο κοπιωδώς, μέσα από πλεονάσματα, βασισμένα σε επενδύσεις και εξαγωγές…