Το αμαρτωλό δημοσιονομικό παρελθόν της Ελλάδας

 

Κλείναμε το προηγούμενο άρθρο μας με τη ρητορική ερώτηση για ποιον λόγο ζητείται από το ελληνικό κράτος ένα πρωτογενές πλεόνασμα που όχι μόνο εκείνο, αλλά και άλλα δέκα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης δεν το είχαν ποτέ, ενώ, από τότε που ξέσπασε η διεθνής κρίση, απολύτως κανένα μέλος της δεν μπορεί ούτε καν να το πλησιάσει. Η απάντηση βρίσκεται μάλλον στο μέγεθος της ασωτίας που προηγήθηκε της χρεοκοπίας του…

 

Τοποθετώντας σε ένα κοινό διάγραμμα το πρωτογενές πλεόνασμα της Ελλάδας και τον μέσο όρο των πρωτογενών πλεονασμάτων στα 19 κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, αναδεικνύεται ανάγλυφα ο μόνιμος χαρακτήρας του δημοσιονομικού μας προβλήματος:
– Από το 1998 είχαμε χαμηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα από εκείνο που αντιστοιχούσε στον ευρωζωνικό μέσο όρο, με εξαίρεση μόνο την περσινή χρονιά και το 2014, όπου καταφέραμε να τον υπερβούμε, έστω και οριακά.
– Το 2008 και το 2009, μάλιστα, η απόκλισή μας ξεπέρασε τις 6 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.
– Όσο για το 2013, φαίνεται να πλησίασε τις 9 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ επειδή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έλαβε υπόψη της και τη συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου με 25,5 δισ. ευρώ στην τότε ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού μας συστήματος.

 

Πρωτιά στα πρωτογενή ελλείμματα

Αν αναζητήσουμε τη χώρα με το χαμηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα μεταξύ της Ελλάδας και των 11 ιδρυτικών της Ευρωζώνης, από τη σύστασή της το 1999, θα διαπιστώσουμε ότι:
– Τις περισσότερες χρονιές, πέντε συγκεκριμένα, αυτή ήταν η Ελλάδα (2003-2004, 2007, 2013, 2015) και η Πορτογαλία (1999-2001, 2005-2006).
– Ακολούθως, η Ιρλανδία, τέσσερις (2008-2011), και η Ισπανία, τρεις χρονιές (2012, 2014, 2016).

Υπό το πρίσμα αυτό, η περίοδος αυτή (1999-2016) μπορεί να διαχωριστεί σε τρεις υποπεριόδους:
Α) Το χρονικό διάστημα 1999-2007, στο οποίο το χαμηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα μεταξύ των «12» της Ευρωζώνης είχε κάθε χρονιά ή η Ελλάδα ή η Πορτογαλία, με εξαίρεση μόνο το 2002 (που το είχε η Γερμανία).
Β) Το χρονικό διάστημα 2008-2011, στο οποίο το είχε η Ιρλανδία.
Γ) Το χρονικό διάστημα 2012-2016, στο οποίο το είχαν εναλλάξ, από χρονιά σε χρονιά, η Ισπανία και η Ελλάδα.

Φυσικά, μόνο τυχαίο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί το γεγονός ότι όλες τις χρονιές, με εξαίρεση το 2002, τα αρνητικά πρωτεία είχε η περιφέρεια της Ευρωζώνης.

Εν ολίγοις, η Ελλάδα είχε το χειρότερο αποτέλεσμα στο πρωτογενές ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης σε σχέση με τα 11 ιδρυτικά-κράτη μέλη της Ευρωζώνης τις περισσότερες συγκριτικά μ’ εκείνα χρονιές από την ίδρυση της (εξαιρώντας την Πορτογαλία με την οποία είχε ίδιες σε αριθμό). Τη διετία 2008-2009 μάλιστα, παρέκκλινε εντυπωσιακά και από τη μέση δημοσιονομική ισορροπία που τα χαρακτήριζε και υπαγορευόταν από τους κανόνες συμμετοχής ενός κράτους στη ζώνη του ευρώ.

 

“Μαύρο πρόβατο” και λόγω χρέους

Τοποθετώντας σε ένα κοινό διάγραμμα το δημόσιο χρέος της Ελλάδας και τον μέσο όρο του αντιστοίχου στα 19 κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, μπορούμε να δούμε ότι:
– Το ελληνικό, κυριολεκτικά, εκτοξεύτηκε μετά το 2008, φτάνοντας σήμερα να ξεπερνάει το 180% του ΑΕΠ, παρά την αναδιάρθρωση που μεσολάβησε.
– Αντιθέτως και εις πείσμα της οικονομικής κρίσης, το μέσο δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης δεν υπερέβη ποτέ το 95% του ΑΕΠ.

Η απόστασή μας από την Ευρωζώνη δεν καλύφθηκε μετά την ένταξή μας σ’ αυτήν, αλλά παρέμεινε ουσιαστικά σταθερή (περίπου στις 40 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ) έως το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, δηλαδή την περίοδο 2001-2008. Για να αποκλίνουμε τελείως κατά τη διάρκεια της (2009-2016), καταλήγοντας σήμερα με διπλάσιο δημόσιο χρέος από τον μέσο όρο των «19».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκρισή μας με το Βέλγιο και την Ιταλία, δύο εκ των έντεκα ιδρυτικών κρατών-μελών της Ευρωζώνης, που είχαν υψηλότερο δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ όταν έγινε δεκτό το αίτημά μας να προσχωρήσουμε ως δωδέκατο μέλος.

Το Βέλγιο:
– Το 1995 είχε περισσότερες από 30 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μεγαλύτερο δημόσιο χρέος από την Ελλάδα, αλλά, μειώνοντάς το γραμμικά από χρονιά σε χρονιά, εκμηδένισε τη διαφορά και το 2001 είχε ισόποσο με το ελληνικό σε όρους ΑΕΠ.
– Συνέχισε, μάλιστα, να το μειώνει, με αποτέλεσμα το 2007 να βρεθεί με δημόσιο χρέος μικρότερο του 90% του ΑΕΠ.
– Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, εν αντιθέσει με την Ελλάδα, το αύξησε ήπια, γι’ αυτό και σήμερα είναι χαμηλότερο του 110% του ΑΕΠ.

Η Ιταλία:
– Το 1995 είχε περισσότερες από 15 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μεγαλύτερο δημόσιο χρέος από την Ελλάδα, αλλά μειώνοντάς το σχεδόν γραμμικά από χρονιά σε χρονιά, εκμηδένισε τη διαφορά και το 2000 είχε ισόποσο με το ελληνικό σε όρους ΑΕΠ.
– Το 2007 είχε μικρότερο του 100% του ΑΕΠ.
– Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, το αύξησε αισθητά, αλλά όχι εκρηκτικά όπως η Ελλάδα, γι’ αυτό και σήμερα είναι χαμηλότερο του 135% του ΑΕΠ.

Με απλά λόγια, το Βέλγιο και –δευτερευόντως– η Ιταλία, χώρες με επίσης πολύ υψηλό δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ κατά την είσοδό τους στην Ευρωζώνη, ακολούθησαν –εν αντιθέσει με την Ελλάδα– το πνεύμα της συνθήκης του Μάαστριχτ στο συγκεκριμένο κριτήριο, μειώνοντας το χρέος τους μέχρι το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης (και αυξάνοντάς το ήπια κατά τη διάρκειά της).

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η φαινομενικά παράλογη απαίτηση για παραγωγή πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ, και μάλιστα για περισσότερα του ενός έτη, δεν ζητείται από οποιοδήποτε κράτος. Αλλά από το μοναδικό που έγινε δεκτό στην Ευρωζώνη δεσμευόμενο να μειώσει σταδιακά, προς το 60% του ΑΕΠ, το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος του και δεν τήρησε τη δέσμευσή του, ούτε όταν το οικονομικό περιβάλλον ήταν ευνοϊκό. Για να καταλήξει σήμερα, παρά τη σημαντική αναδιάρθρωση που έλαβε χώρα στο ενδιάμεσο, με το τριπλάσιο από τον στόχο αυτό.

Μάλιστα, η δυσάρεστη αυτή κατάληξη δεν μπορεί να αποδοθεί εξ ολοκλήρου στο λεγόμενο και ως «φαινόμενο της χιονοστιβάδας», δηλαδή την εκτόξευση του λόγου δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ από τη βαθιά ύφεση των τελευταίων ετών στην εθνική του οικονομία. Καθώς, από την ίδρυση της Ευρωζώνης, συνολικά πέντε χρονιές –τις περισσότερες μαζί με την Πορτογαλία– ξεπέρασε σε πρωτογενές έλλειμμα όλα τα ιδρυτικά κράτη-μέλη, φτάνοντας τη διετία 2008-2009 να παρεκκλίνει εντυπωσιακά και από τη μέση δημοσιονομική ισορροπία της.

Πόσο παράλογη είναι μια απαίτηση όταν επιβάλλεται στο μοναδικό κράτος που δεν ακολούθησε τους κανόνες της ομάδας κρατών στην οποία προσχώρησε;