Το αύριο κατά Γερούν Ντάισελμπλουμ

 

Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του «Η κρίση του ευρώ – η ιστορία εκ των έσω σε Ελλάδα και Κύπρο», ο μέχρι πριν λίγους μήνες Πρόεδρος του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ έκανε επ’ εσχάτων μια σειρά από δημόσιες τοποθετήσεις γύρω από την Ελληνική περίπτωση. Όχι μόνον/όχι τόσο αφηγηματικές  (αν και εδώ, στην αυθόρμητη γραφή του βιβλίου του, βρίσκεται μεγάλο μέρος του ενδιαφέροντος), όσο με την ματιά στο μέλλον – τόσο της Ελλάδας, όσο και της Ευρωζώνης.

Στην κυρίως παρουσίαση του βιβλίου του, στο Cotsen Hall της Γενναδείου, ο συγγραφέας αλλά και πρόδηλα πλέον γνώστης των Ελληνικών πραγμάτων στάθηκε με ιδιαίτερη έμφαση στο «απ’ εδώ και πέρα». Ξεκίνησε από το γεγονός ότι η Ελλάδα, βγαίνοντας με επιτυχία από το τρίτο Πρόγραμμα Προσαρμογής της, έχει πλέον την ευχέρεια να χαράξει μιαν ανεξάρτητη πορεία. Όμως χρειάζεται πρώτιστα επενδύσεις, καθώς και σταθεροποίηση το τραπεζικού της συστήματος, οπότε για το πολιτικό της σύστημα η πρόκληση είναι να δημιουργηθεί επενδυτικό κλίμα και να εμπεδωθεί εικόνα εμπιστοσύνης.

Γι’ αυτόν, τόσο στην Ευρώπη συνολικά – και μάλιστα με τις Ευρωεκλογές στον άμεσο πολιτικό ορίζοντα, με την Ιταλική εμπειρία εν εξελίξει κοκ – όσο και στην Ελλάδα, το ζήτημα είναι «να μην ξανακάνουμε τα ίδια λάθη». Στην συζήτηση που επακολούθησε, παραδέχθηκε ότι τα αρχικά προγράμματα Προσαρμογής ήταν μη-ρεαλιστικά στους χρόνους που έθεταν και υπερβολικά απαιτητικά στην έκταση της προσαρμογής που απαίτησαν – αρχικά της δημοσιονομικής ύστερα και της διαρθρωτικής – , όμως στο θέμα των δυνατοτήτων τόνωσης που υπάρχουν τώρα συνέστησε στους Έλληνες πολίτες, αυριανούς ψηφοφόρους (γιατί έδειξε καλά ενημερωμένος για τον πολιτικό κύκλο που ανοίγεται τώρα) να ρωτούν τις πολιτικές ηγεσίας, όταν ακούν εξαγγελίες, «από πού θα χρηματοδοτηθούν οι μειώσεις φόρων ή αυξήσεις δαπανών».

στην παρουσίαση συμμετείχε ο Δημήτρης Λιάκος, υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ, ο οποίος στάθηκε με έμφαση στο ότι στις Ευρωεκλογές που πλησιάζουν θα κριθούν πολλά και αποφασιστικά για την Ευρώπη – και ότι, συνεπώς, οι εσωτερικές πολιτικές επιλογές θα πρέπει να προσανατολίζονται (και) με βάση αυτήν την πρόκληση/διχοτομία φιλοΕυρωπαϊκών – αντι-Ευρωπαϊκών δυνάμεων. Ο Δ. Λιάκος δεν απέφυγε να τοποθετηθεί επί του καυτού πρώτου 6μηνου του 2015, στο οποίο στέκεται διεξοδικά και το βιβλίο Ντάϊσσελμπλουμ, αποδεχόμενος ότι «θα μπορούσαν τα πράγματα να είχαν γίνει διαφορετικά» και θεωρώντας ότι το πέρασμα από το δημοψήφισμα του 2015 «οδήγησε σε μια κορύφωση που έφερε την συνειδητοποίηση και εν τέλει την λύτρωση». Συμφώνησε και αυτός ότι σήμερα, με την ολοκλήρωση του τρίτου Προγράμματος «τα πράγματα είναι καλύτερα, αλλά πρέπει οι προσπάθειες να συνεχισθούν».

Στην δική του τοποθέτηση, ο Γκίκας Χαρδούβελης ως υπουργός Οικονομικών  της τελευταίας περιόδου των Κυβερνήσεων Σαμαρά-Βενιζέλου/του δευτέρου Προγράμματος Προσαρμογής, αναγνώρισε τον κεντρικό ρόλο του Ντάισελμπλουμ (αλλά και του Γέργκ Άσμουσσεν της ΕΚΤ) προκειμένου να αποφευχθεί, στις πιο καίριες στροφές, το ενδεχόμενο του Grexit – και να παραμείνει η Ελλάδα στην ευρωζώνη. Μίλησε με ένταση εναντίον της άποψης που οικοδομείται ότι η Ελλάδα «μπήκε στην ΟΝΕ με πλαστά στοιχεία» αλλά και της αφήγησης για τις προτάσεις σταθεροποίησης Παπαθανασίου (που θρυλείται ότι δόθηκαν «γραμμένες σε χαρτοπετσέτα» στην Κριστίν Λαγκάρντ, πριν εκδηλωθεί η τελική Ελληνική κρίση). Μίλησε δε αρκετά κριτικά και για την περίπτωση του bail-in που καθιερώθηκε στην Ευρωζώνη ως πρακτική με αφορμή την Κυπριακή κρίση.

Παρεμβαίνοντας με μια ματιά-εποπτεία στα πράγματα, ο Νίκος Βέττας του ΙΟΒΕ αναστοχάστηκε στο πώς η βαριά περιπέτεια της Ελλάδας, αλλά και η λειτουργία του Eurogroup δείχνουν ότι «αποφάσεις μιας νύχτας μπορεί να αλλάξουν την μοίρα μιας χώρας, μιας οικονομίας» και πόσο αληθινή είναι η αίσθηση ακροβασίας στο χείλος του γκρεμού. Τοποθετήθηκε ο Νίκος Βέττας στο πώς το δίδυμο έλλειμμα που οδήγησε την Ελλάδα στο αδιέξοδο – δημοσιονομικό έλλειμμα και έλλειμμα στο ισοζύγιο – είχε έρθει να συνδυαστεί με το υψηλό/μη-διαχειρίσιμο χρέος και με το έλλειμμα αξιοπιστίας, δημιουργώντας συνθήκες τέλειας καταιγίδας. Δεχόμενος και αυτός ότι αποτελεί επιτυχία η ολοκλήρωση του τελευταίου Προγράμματος, διερωτήθηκε όμως κατά πόσον το σημερινό μείγμα πολιτικής είναι συμβατό με ουσιώδεις αναπτυξιακούς στόχους, αλλά και κατά πόσον η ισορροπία που επήλθε στο ισοζύγιο είναι διατηρήσιμη – καθώς δεν δείχνει να έχει αλλάξει στην Ελλάδα η παραγωγική βάση.

Για τον Βέττα, ανοιχτό παραμένει πάντα το ερώτημα «πώς θα χειριστεί εφεξής η Ευρωζώνη τους αδύναμους κρίκους της» αλλά και πώς θα προχωρήσει η διαχείριση του συσσωρευμένου χρέους, έτσι όπως μπαίνουμε στην φάση ανοδικών επιτοκίων.

Κλείνοντας την (πολύ περισσότερο από) παρουσίαση του βιβλίου Ντάισελμπλουμ, ο Θόδωρος Φέσσας παρεμβαίνοντας ως ΣΕΒ, ξεκίνησε επισημαίνοντας ότι δεν θα πρέπει – όταν γίνεται η αποτίμηση των διαδοχικών Προγραμμάτων Προσαρμογής – να λησμονείται ο ρόλος που έπαιξαν στον σχεδιασμό των Προγραμμάτων και στην προσαρμογή τους, διαχρονικά, οι άνθρωποι της Τρόικας/των Θεσμών. Διότι μπορεί να υπήρξε πρόβλημα «ιδιοκτησίας» των Προγραμμάτων από Ελληνικής πλευράς, αλλά δεν παύουν να λειτούργησαν και σημαντικές αδυναμίες σχεδιασμού τους. Για τον Θ. Φέσσα, το βαρύτερο πρόβλημα υπήρξε (και δεν έχει εξαλειφθεί) το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας: μπορεί η μεγάλη δημοσιονομική διόρθωση (την έδειξε κατά 10% από αύξηση επιβαρύνσεων, κατά 6,1% από μείωση δαπανών) να πρέπει να αναγνωρισθεί, όμως το να αποτελέσει η Ελλάδα χώρα χαμηλών μισθών και χαμηλής παραγωγικότητας – όπως, δε, προστέθηκε στην συζήτηση και χώρα χαμηλών προσδοκιών… – δεν αποτελεί πολιτικά και κοινωνικά βιώσιμη διέξοδο.

Επέμεινε ο Θ. Φέσσας στην ανάγκη για αύξηση της παραγωγής ως μονόδρομο για μακροπρόθεσμη έξοδο από την κρίση καθώς και στην «στοχευμένη μείωση της υπερφορολόγησης της εργασίας, που θα φέρει πραγματική αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, των επενδύσεων και των διαθέσιμων θέσεων απασχόλησης». Στάθηκε όμως και αυτός στις προκλήσεις της Ευρώπης μπροστά στις Ευρω-εκλογές του 2019, θυμίζοντας τον «διάλογο Σόιμπλε – Ντάισελμπλουμ» που στην ουσία υπήρξε αντιπαράθεση της λογικής pacta sunt servanda με την πρόκληση της αλληλεγγύης.