Το θερινό «λιώσιμο των πάγων»

Επανεκκίνηση της οικονομίας, εργασιακά, ελληνοτουρκικά διεκδικούν την προσοχή

 

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη – adp@economia.gr

Με αρκετή θεατρικότητα, ανακοινώθηκε στα μέσα Ιουνίου από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν –περιδιαβάζοντας με τον Κυριάκο Μητσοτάκη την Αρχαία Αγορά, με φόντο άλλοτε Ακρόπολη/Παρθενώνα και άλλοτε Θησείο– η έγκριση από τις Βρυξέλλες του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης/«Ελλάδα 2.0» με βάση τις χρηματοδοτήσεις Next Generation EU. Παρουσιάσεις μέσω διαδικτυακής διασύνδεσης και οθονών που είχαν τοποθετηθεί στην Αγορά από μέρους Πιερρακάκη/ψηφιακά, Σκρέκα-Σδούκου/πράσινη μετάβαση, Αμυρά/Περιβάλλον, Θεοχάρη-Ζαχαράκη/τουρισμός-«βαριά βιομηχανία», Σκυλακάκη/γενική επιμελητεία, αλλά και συζήτηση φον ντερ Λάιεν/Μητσοτάκη με μια ντουζίνα πολίτες (δείγμα της λογικής δημόσιας συζήτησης για «Το Μέλλον της Ευρώπης»), που περιέλαβε επιχειρηματία ζωοτροφών, κτηνοτρόφο, παιδίατρο/νεογνολόγο (επίγνωση της καριέρας φον ντερ Λάιεν), πληροφορικάριο/εκπρόσωπο ατόμων με αναπηρία, ηθοποιό/τραγουδίστρια, πολύτεκνη δικηγόρο, μαθητή Λυκείου, όλα αυτά προσπάθησαν να δώσουν μιαν αίσθηση συγκεκριμένου. Και να διαβεβαιώσουν ότι το «Ελλάδα 2.0», λειτουργώντας ως επίγονος του Σχεδίου Μάρσαλ (προφανώς κάποιος θυμήθηκε ότι οι εργασίες στη Στοά του Αττάλου, παραδίπλα, συνεχίζονταν από την Αμερικανική Σχολή!), είναι μια παρέμβαση που «ανήκει στον ελληνικό λαό και θα μεταμορφώσει την ελληνική οικονομία»· με τις δε αναφορές στη στήριξη μικρομεσαίων και τον κοινωνικό χαρακτήρα να διαβεβαιώνουν ότι το «Ελλάδα 2.0» δεν θα είναι «για τους λίγους», θα έχει δηλαδή συμπεριληπτικό (τελικά ο όρος ρίζωσε…) χαρακτήρα.

                                                          

Από την υπόσχεση της επανεκκίνησης στην προβληματική παρέμβαση στα εργασιακά

Όλοι όσοι μιλούν σήμερα για επανεκκίνηση της οικονομίας και για επενδυτική υπόσχεση στο αμέσως επόμενο διάστημα δεν παραλείπουν να κάνουν λόγο και για την απασχόληση – πέρα από τις 200.000 πρόσθετες θέσεις εργασίας για τις οποίες γίνεται αναφορά (μαζί με τις 7 μονάδες πρόσθετης ανάπτυξης) στο πλαίσιο του «Ελλάδα 2.0», διακινούνται και οι 80.000 νέες θέσεις από την προώθηση του σχεδίου αστικής ανάπλασης/ανάπτυξης του Ελληνικού. Το οποίο μάλιστα «πήρε μπροστά» οριστικώς, δέκα χρόνια μετά την αρχική εκκίνηση, παρά την αστοχία περί του Καζίνου, που (υποτίθεται ότι) αποτελούσε βασικό προαπαιτούμενο.

Όμως… την ίδια στιγμή που γινόταν ο συμβολικός περίπατος στην Αρχαία Αγορά, πορευόταν για το ΦΕΚ ο νέος νόμος Χατζηδάκη για τα εργασιακά. Ο πυρήνας του νόμου αυτού, που προξένησε έντονη πολιτική διαμάχη και κύμα απεργιών/διαδηλώσεων (στις οποίες, πάντως, την κύρια συμμετοχή είχαν άνθρωποι των προστατευμένων κλάδων της οικονομίας…), είναι η διαβόητη πλέον διευθέτηση του χρόνου εργασίας από 8ωρο σε 10ωρο, με σχετικοποίηση του 5ήμερου και με δυνατότητα αντικατάστασης με ρεπό αντί καταβολής υπερωριών – αυτά δε και με ατομική συμφωνία εργαζομένου-εργοδότη, όχι μόνο με κλαδική ή/και επιχειρησιακή σύμβαση. Η διαρθρωτική διάσταση ήρθε να τονιστεί με την καθιέρωση της κάρτας εργασίας (και τη μετατροπή του ΣΕΠΕ σε ανεξάρτητη αρχή), με εφαρμογή βέβαια σε βάθος χρόνου 2022…

Πέρα από το ότι μια τέτοια κίνηση επελέγη να γίνει ακριβώς μετά την κρίση του κορονοϊού και ενώ (κατ’ ανάγκην) θα αρχίσει να αποσύρεται η στήριξη προς επιχειρήσεις και εργαζομένους (όσες εταιρείες έλαβαν στήριξη είχαν δέσμευση για μη απολύσεις), όταν αυτό δεν επιχειρήθηκε ούτε επί ΣΥΡΙΖΑ το 2015-18, ούτε όμως και επί Σαμαρά/Βενιζέλου το 2012-14, ούτε γενικώς επί Μνημονίων, βεβαίως δε ούτε επί Κ. Καραμανλή ή επί Κ. Σημίτη, στην πράξη θα φανεί αν θα σημάνει μείωση των εργατικών εισοδημάτων. Οι υπερωρίες για πολύ κόσμο βιώνονταν ως μέρος του μισθού. Αυτή δεν είναι θεωρητική υπόθεση, όπως θεωρητική δεν είναι και η προσέγγιση των εργασιακών σχέσεων που παριστάνει ότι δεν υπάρχει δυσαναλογία ισχύος μεταξύ εργοδοσίας και εργαζομένων – και μάλιστα σε περίοδο κρίσης!

Επίσης, όσο κι αν η κοινωνική δυσαρέσκεια από υπέρμετρα διαταρακτικές απεργίες είχε ενταθεί, η θέσπιση μίνιμουμ υπηρεσίας σε επίπεδο 33% της κανονικά προσφερόμενης, ειδικά υπό τις σημερινές συνθήκες, δημιουργεί ερωτηματικά. Μαζί μάλιστα με την απαγόρευση επαναπροκήρυξης απεργίας οσάκις κηρύσσεται παράνομη ή καταχρηστική. Και εδώ, το πράγμα θα κριθεί στην πράξη: οι απεργίες δεν είναι νόμιμες ή παράνομες, όσο είναι πετυχημένες ή αποτυχημένες. Η δε επαπείληση αστικών κυρώσεων εις βάρος των εμπλεκόμενων συνδικαλιστών (που, σημειωτέον, διέθετε νομική βάση και προηγουμένως…), και αυτή στην πράξη θα κριθεί.

Επειδή αυτό το «θα κριθεί στην πράξη» προκειμένου περί του νόμου για τα εργασιακά –ο οποίος, σημειωτέον, περιέλαβε και αδιαμφισβήτητα ορθές ρυθμίσεις: εξίσωση αποζημίωσης απόλυσης εργατών και υπαλλήλων, γονικές άδειες, δικαίωμα «αποσύνδεσης» στην τηλεργασία, κυρώσεις για σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο εργασίας, όλες αυτές ρυθμίσεις που υπερψηφίστηκαν στη Βουλή και από κόμματα της Αντιπολίτευσης– έρχεται σε μια στιγμή όπου, στην Ελλάδα του 2021, τα στοιχεία για την ποιότητα της απασχόλησης μιλούν για ισχυρή υποχώρηση. (Σύμφωνα με την ETUC/Ευρωπαϊκά συνδικάτα, που χρησιμοποιεί τους δείκτες της Ατζέντας Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ: η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη και… κινείται εντός διεθνούς συστήματος, σωστά;) Καταγράφεται υποχώρηση του δείκτη ποιότητας της απασχόλησης κατά 11,45% στην τελευταία δεκαετία, όταν σ’ όλη την ΕΕ υπήρξε βελτίωση, πλην Πορτογαλίας με μείωση 3,21% και Κύπρου με 1,96%. Προσέξτε και το άλλο: βασικό στοιχείο αυτής της επιδείνωσης ο μεγαλύτερος χρόνος εβδομαδιαίας εργασίας, συν η μείωση της αγοραστικής αξίας του μέσου (αλλά και του κατώτατου) μισθού από το 2010 έως τώρα.

Μην τα προσπερνούμε «εύκολα» αυτά!

Κατά τα άλλα, η αίσθηση επανεκκίνησης της οικονομίας –παρά μιαν αμφιθυμία του τουριστικού ρεύματος τον Ιούνιο– στηρίζεται από την εκτίμηση ΕΛΣΤΑΤ ότι το α΄ 3μηνο του 2021 υποχώρησε μόλις κατά -2,3% (έναντι του αντίστοιχου διαστήματος του 2020) και τούτο ενόσω το (θεωρητικό) lockdown «καλά κρατούσε». Συν τα έσοδα Μαΐου, με υπέρβαση κατά 1,6% του στόχου του Προϋπολογισμού, επέτρεψαν πρόσθετη αισιοδοξία. Έτσι, π.χ., το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή δίνει ενδεχόμενο ρυθμό ανάπτυξης για το 2021 σαφώς πάνω από το 2,7% που είχε θέσει ως βασικό σενάριο, μιλώντας πλέον για ψαλίδα 3,6%-4,8%.

Τι θα φέρει η προσδοκία για ήρεμο καλοκαίρι στα ελληνοτουρκικά;

Κατά τα άλλα, οι διαδοχικές συναντήσεις Κορυφής του φετινού καλοκαιριού –πρώτιστα εκείνη Μητσοτάκη-Ερντογάν στο περιθώριο του ΝΑΤΟ, με φόντο ωστόσο τη συνάντηση Ερντογάν-Μπάιντεν– έφεραν προσδοκίες και προβολές προοπτικών για «λιώσιμο των πάγων». Αυτό, με τη σειρά του, στήριξε τις αναφορές σε «θετική ατζέντα» στις ευρωτουρκικές σχέσεις (Κορυφή της 24-25 Ιουνίου) και τις υποσχέσεις για ένα καλοκαίρι σαφώς καλύτερο από του 2020.

Ήδη υπάρχει μια οργανωτική καινοτομία στις διμερείς σχέσεις: στη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν, τον διερμηνέα έκανε η «φαιά εξοχότης» του Ερντογάν Ιμπραήμ Καλίν. Για την ισορροπία, ο Κ. Μητσοτάκης πέτυχε να συμμετάσχει στη συνάντηση και η διπλωματική του σύμβουλος Ελένη Σουρανή. Δημιουργήθηκε έτσι, ή μάλλον εμπεδώθηκε, μηχανισμός άμεσης επαφής των δύο ηγετών. Άλλωστε ο Ιμπραήμ Καλίν, στην προηγούμενη φάση, είχε απέναντί του από ελληνικής πλευράς τον Βαγγέλη Καλπαδάκη, διπλωματικό σύμβουλο του Αλέξη Τσίπρα, τότε που στην Αθήνα χρειαζόταν να λειτουργήσει η δυσχερέστατη ισορροπία Μαξίμου-ΥΠΕΞ (Κοτζιά)–ΥΠΕΘΑ (Καμμένου). Η Ελένη Σουρανή έχει πολύ πιο παραδοσιακή, ξεκάθαρα διπλωματική διαδρομή από του Καλίν, ο οποίος είχε ετοιμασθεί για ακαδημαϊκή/μελετητική καριέρα στις ΗΠΑ, επαναπατρίστηκε και λειτουργεί στο Ακ Σαράι με δύσκολη σχέση με Τσαβούσογλου και Ακάρ, ενώ «κέρδισε» κεντρικότητα με το πραξικόπημα του Ιουλίου 2016.

Αυτός, λοιπόν, θα είναι ο πυρήνας του ελληνοτουρκικού μηχανισμού διαλόγου ενόψει «κάποιων πιθανών βημάτων για θετική ατζέντα», κατά Ερντογάν. Βέβαια, η συμπληρωματική τοποθέτησή του, «δεν είναι ανάγκη να μπαίνουν τρίτοι ανάμεσά μας», βρίσκεται στον ακριβή αντίποδα της ελληνικής θέσης/στάσης, της άμεσης διασύνδεσης της όποιας θετικής ατζέντας με τις ευρωτουρκικές σχέσεις.

Έτσι, φθάνουμε σ’ ένα άλλο ζευγάρι των ελληνοτουρκικών, που ήδη λειτούργησε με τους περιβόητους 25 φακέλους «χαμηλής πολιτικής», κυρίως εμπορικού/οικονομικού χαρακτήρα, που ήταν έτοιμο να ενεργοποιηθεί στην Άγκυρα όταν… προέκυψε και κυριάρχησε η σκηνική ένταση Δένδια/Τσαβούσογλου. Πρόκειται για τη διαδικασία Κώστα Φραγκογιάννη–Σεντάτ Ονάλ, όπου ακριβώς στηρίζεται η συζήτηση περί «θετικής ατζέντας». Η επανεμφάνιση πάντως στη δημόσια σκηνή και του Δημήτρη Αβραμόπουλου –με γνωστή προσωπική σχέση με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, εδώ και δεκαετίες– δημιουργεί εικόνα αναζήτησης και άλλων εφεδρειών.

Άραγε, θα ανοίξει μ’ όλα αυτά ο δρόμος –μακρύς, αργός, αλλά δρόμος– προς συνυποσχετικό με Χάγη στο τέρμα;