«Το κόστος του Grexit»

 

Στο ξεκίνημα της χρονιάς, εκεί όπου φάνηκε η διαπραγμάτευση-που-μόνον-διαπραγμάτευση -δεν-είναι γιατί την δεύτερη αξιολόγηση του Μνημονίου-3 να ξεσούρνει προς τα βράχια, αναπτύχθηκε μια νέα γενιά αναζητήσεων και περιγραφών και διεκτραγωδήσεων (οι τελευταίες ανήκαν στους πολιτικούς, αλλά και στους μηντιακούς μπουρλοτιέρηδες της δημόσιας συζήτησης ) για το τι θα σήμαινε/τι θα μπορούσε να σημάνει/που θα οδηγούσε ένα ενδεχόμενο Grexit.

Πιο ψύχραιμα και πιο αναλυτικά, είχε προσεγγίσει αυτήν την προβληματική – ας την κωδικοποιήσουμε: του κόστους του Grexit – το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στην Βουλή και ιδίως ο Πρόεδρός του Παναγιώτης Λιαργκόβας, ή πάλι με παρεμβάσεις του ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας (ο τελευταίος κάποια στιγμή, μιλώντας μάλιστα στην Βουλή, “ξέφυγε” κάπως περιγράφοντας μια χώρα περίκλειστη, με ελλείψεις σε βασικά προϊόντα ή/και συλλήψεις στα σύνορα). Μια πιο ψύχραιμη κατάθεση, στο πρόσφατο βιβλίο του Πάνου Καζάκου “Η Δραχμή δεν (θα) είναι Λύση: Οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις της εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη (Grexit)”. Το βιβλίο αυτό κάνει μια διεξοδική ακτινογράφηση – ένα scan, μιαν αξονική τομογραφία μάλλον – του πώς θα λειτουργούσε στην Ελληνική πραγματικότητα (και όχι στον κόσμο των σχεδιασμών και των ιδεών…) μια επιλογή της Ελλάδας να “φύγει” από την Ευρωζώνη. Εξηγεί, πρώτα-πρώτα, πώς κατορθώνει το ζήτημα αυτό να επανέρχεται περιοδικά, όσο κι αν πολιτικά ξορκίζεται· πώς έρχεται να συνδεθεί με την εμπειρία των διαδοχικών υποτιμήσεων και διολισθήσεων των τελευταίων (μέχρι το “κλείδωμα” στο ευρώ) δεκαετιών, στην Μεταπολίτευση αλλά και τα ταραχώδη μεταπολεμικά χρόνια.

Βλέπει, ύστερα, θεσμικά – αλλ’ όχι νομικίστικα – σαν πώς θα ήταν η διαδικασία αποχώρησης από το ευρώ, κυρίως δε η συναινετική/υποστηριζόμενη εκδοχή (καθώς οι εκδοχές καταγγελίας του επαχθούς κλπ. χρέους έχουν περισσότερη αναγωγή σε Σώρρα παρά στον πραγματικό κόσμο συσχετισμών ισχύος). Κυρίως όμως, ξεναγεί στα βήματα εσωτερικής και εξωτερικής διαχείρισης μιας δραχμοποίησης – ή όπως αλλιώς ονομασθεί το νέο νόμισμα – και μάλιστα με αξιοποίηση των όποιων υπολειμματικών δυνατοτήτων θα άφηνε η συμμετοχή στην ΕΕ (αν κατέληγε να είναι εφικτή) και τους αντίστοιχα υπολειμματικών μηχανισμών αλληλεγγύης/άμυνας που διαθέτει η ΄Ένωση.

Εκείνο στο οποίο κυρίως στέκεται ο Π. Καζάκος, είναι η αποδεδειγμένη από την προϊστορία των Ελληνικών Κυβερνήσεων (κάθε χρώματος ή και βαθμού αυταρχισμού, θα προσθέταμε…), αποτυχίας στο να “κρατήσουν” την ισοτιμία εθνικού νομίσματος. Γι αυτό και η βασική του ανησυχία στο “Η Δραχμή δεν (θα) είναι Λύση” δεν είναι οικονομικής/διαχειριστικής φύσης, αλλ’ ευθέως πολιτικής. Δηλαδή ανησυχία για τυχόν πολιτική ολίσθηση σε κάτι σαν περιορισμένη Δημοκρατία, πέραν της εσωστρέφειας…

Αυτή ακριβώς την διάσταση επέλεξε να τονίσει ο (και εκδότης, ως “ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ”) του βιβλίου Πέτρος Παπασαραντόπουλος στην προχθεσινή παρουσίαση. Ο οποίος, πάντως, δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στο ανερχόμενο κύμα Ευρωσκεπτικισμού στην Ευρώπη (άλλωστε, ήταν πρόσφατη η προεκλογική εκστρατεία στην Γαλλία, με Λεπέν και Μελανσό) και, όσο περνά ο καιρός, στην Ελλάδα.

Την ίδια άλλωστε προσέγγιση συνέχισε και ο -συμπαρουσιαστής του βιβλίου – Πρόεδρος της Ν.Δ. Κυριάκος Μητσοτάκης, θεωρώντας ότι με την επικράτηση Μακρόν στον α’ γύρο των Γαλλικών εκλογών “υψώνεται ξανά στην Ευρώπη ισχυρό πολιτικό ανάχωμα απέναντι στις δυνάμεις του λαϊκισμού”. Για να τονίσει, πάντως, ότι “η επιλογή της δραχμής θα ήταν επιλογή εθνικής καταστροφής για τον τόπο […] θα δημιουργούσε πολλαπλά ρίσκα για την χώρα, όχι μόνον οικονομικά, αλλά κυρίως κοινωνικά και γεωπολιτικά”. Ο Π. Καζάκος δεν το φθάνει έως εκεί – αλλά …σχεδόν.