Το νέο τοπίο της οικονομικής πολιτικής

Του Αντώνη Κεφαλά

Τώρα που ακούστηκε από επίσημα χείλη επικράτησε ανακούφιση: η ΕΕ δεν προτίθεται ούτε να αποσύρει τα μέτρα στήριξης γρήγορα ούτε να επιστρέψει στους δημοσιονομικούς κανόνες που ίσχυαν πριν από την κρίση.

Στην ανάγκη και οι Θεοί πείθονται, λέει η λαϊκή θυμοσοφία. Στην προκειμένη περίπτωση οι Γερμανοί. Τα σημάδια της υποχώρησης είχαν φανεί εδώ και καιρό, από τη στιγμή που η καγκελάριος Μέρκελ στήριξε τον ευρωπαϊκό δανεισμό – στην ουσία ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ευρωπαϊκού χρέους. Απέχουμε πολύ ακόμη, αλλά ένα βήμα έγινε.

Η αλλαγή που συντελείται είναι σημαντική. Ο βιογράφος του Keynes, ο Robert Skidelsky, είχε κάπως πρώιμα πανηγυρίσει το 2009 με το βιβλίο του KeynesThe Return of the Μaster. Τώρα το πανηγύρι έγινε πραγματικότητα: το 2021 ο Keynes επέστρεψε.

Το νέο οικονομικό τοπίο πράγματι θα θυμίζει σε μεγάλο βαθμό τον μεγάλο Άγγλο οικονομολόγο. Τινάζοντας στον αέρα τη θεωρία των λεγόμενων «αποδοτικών αγορών» (efficient markets theory), τόσο στην κρίση του 2008/9 όσο και στη σημερινή της πανδημίας, τα κράτη ακολούθησαν τη συμβουλή του Keynes: στήριξαν την οικονομία παρέχοντας ρευστότητα.

Υπήρχε, όμως, και μία άλλη παρατήρηση του Άγγλου: η αβεβαιότητα κάνει τους ανθρώπους να μην ξοδεύουν. Και μία ακόμη: μετά από ένα σημείο, επειδή το επιτόκιο θα έχει πέσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα, ο πολίτης θα προτιμά να κρατάει ρευστό. Αυτή είναι η πραγματικότητα σήμερα.

Στην ουσία, οι δύο κρίσεις μαζί υπονόμευσαν τόσο τη θεωρία των λογικών προσδοκιών όσο και τη θεωρία ότι οι αγορές από μόνες τους θα βρουν την κατάλληλη ισορροπία, με την πλήρη ικανοποίηση της ζήτησης και με το εργατικό δυναμικό σε πλήρη απασχόληση – ή κάπου κοντά.

Το πρόβλημα μετά την κρίση του 2008/9 ήταν ότι τα μέτρα στήριξης αποσύρθηκαν πολύ νωρίς και δεν έγιναν βήματα για να αντιμετωπιστεί το βασικό αίτιο της κρίσης: η ανεξέλεγκτη παγκοσμιοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Σήμερα, με τη νομισματική πολιτική ανίκανη να αντιμετωπίσει το πρόβλημα (καθώς το πραγματικό επιτόκιο κινείται πλέον σε αρνητικά επίπεδα), η νομισματική επέκταση δεν είναι τίποτα το διαφορετικό από την υιοθέτηση χαλαρής δημοσιονομικής πολιτικής. Τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και η μεγάλη άνοδος του χρέους προέρχονται από τις κυβερνήσεις που έχουν ουσιαστικά «εθνικοποιήσει» τις κεντρικές τράπεζες και τις «υποχρεώνουν» να τυπώνουν χρήματα για να καλυφθούν οι δαπάνες που κάνουν. Στην άλλη πλευρά του ισολογισμού, οι κεντρικές τράπεζες εκδίδουν ομόλογα – που λίγοι θέλουν. Η απόδοσή τους είναι πολύ μικρή –σε μερικές περιπτώσεις αρνητική– κι έτσι βλέπουμε το φαινόμενο της αύξησης της αποταμίευσης.

Με το νέο οικονομικό τοπίο έχει αλλάξει και η αντιμετώπιση για το θέμα του χρέους. Καταρχάς υπάρχει η αναγνώριση ότι όλα τα κράτη θα βγουν από την κρίση της πανδημίας με το δημόσιο χρέος τους στα ύψη.

Αναπόφευκτα, η συζήτηση ακολούθησε δύο δρόμους: ο ένας υποστηρίζει πως μετά από λίγο καιρό (μερικοί το τοποθετούν στο σημείο όπου το πραγματικό ΑΕΠ θα έχει φτάσει στο επίπεδο του δυνητικού ΑΕΠ – όταν δηλαδή το λεγόμενο output gap ή παραγωγικό κενό θα έχει μηδενιστεί) θα πρέπει να αρχίσει σταδιακά η προσπάθεια μείωσης του χρέους. Άλλοι οικονομολόγοι αντιμετωπίζουν το πρόβλημα και με πολιτικά κριτήρια και διαφωνούν.

Υποστηρίζουν, με άλλα λόγια, πως η σφιχτή δημοσιονομική πολιτική (τα πλεονάσματα είναι απαραίτητα για να μειωθεί το χρέος) θα επιβραδύνει την ανάπτυξη ακριβώς στη στιγμή όπου τη χρειαζόμαστε προκειμένου να μειώσουμε τις ανισότητες που έχουν επικρατήσει. Και, συνεχίζουν, οι ανισότητες αυτές υπονομεύουν την πολιτική σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή – οπότε και τη δημοκρατία.

Ο δεύτερος δρόμος, λοιπόν, συζητά την αναδιάρθρωση του χρέους, σε παγκόσμιο επίπεδο, με ταυτόχρονη διαγραφή του – καθώς το μεγαλύτερο μέρος του είναι στα χέρια των κεντρικών τραπεζών.

Η ΕΕ φυσικά επιλέγει έναν τρίτο δρόμο, ανάμεσα στους δύο. Επαναφέρει στη σκηνή μία μεταπολεμική λογική που υποστήριζε ότι χρέος που εκδίδεται για τη δημιουργία παραγωγικών δράσεων δεν πρέπει να προσμετράται στο δημόσιο χρέος, καθώς θα αποπληρωθεί από την απόδοση της επένδυσης.

Αυτή είναι λογική που ίσχυε για πολλά χρόνια στην Ελλάδα, γι’ αυτό και έχουμε τον Προϋπολογισμό Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ). Το πρόβλημα ήταν, όμως, ότι πολλές κυβερνήσεις –με τις δικές μας πρώτες και καλύτερες– επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν τον ΠΔΕ για να κρύβουν εκεί το δημοσιονομικό έλλειμμα. Πώς; Πολύ απλά φορτώνοντας στον ΠΔΕ καταναλωτικές δαπάνες. Σταδιακά, η ονομασία παρέμεινε, αλλά ο ΠΔΕ εντάσσεται ουσιαστικά στον κρατικό προϋπολογισμό και το χρέος που δημιουργεί περνά άμεσα στο δημόσιο χρέος της χώρας.

Ο διαχωρισμός του χρέους ανάλογα με το αν δίνεται για παραγωγικούς σκοπούς ή όχι μπορεί να ανοίξει ασκούς του Αιόλου, αλλά είναι μια ενδιάμεση και πρακτική λύση που προωθεί η ΕΕ. Δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα, αλλά το απαλύνει.

Η ημέρα της κρίσης θα έρθει όμως, και τότε θα υποχρεωθούμε να λάβουμε δραστικά μέτρα για το χρέος. Θα μπορούσε να αποφευχθεί, ίσως, αν οι κυβερνήσεις αποφάσιζαν να βάλουν περιορισμούς στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Διότι εκεί η κατάσταση έχει ξεφύγει. Παράδειγμα η ιστορία του fund Archigos, όπου ένας γνωστός στο σύστημα παραβάτης κατάφερε παρά ταύτα να δανειστεί δεκάδες δισεκατομμύρια και να επιφέρει τελικά περίπου ισόποσες ζημιές σε πέντε τράπεζες με παγκόσμια εμβέλεια.

Το πρόβλημα δημιουργήθηκε με την κατάργηση του λεγόμενου Glass Steagall Act, προϊόντος της αντίδρασης στη Μεγάλη Ύφεση του 1929/30, που απαγόρευε στις τράπεζες να ασκούν ταυτόχρονα επενδυτική και εμπορική δραστηριότητα, καθώς και να επενδύουν για λογαριασμό τους. Η κατάργησή του αυτόματα δημιούργησε σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των τραπεζών και των πελατών τους – μια ζούγκλα που δεν ελέγχεται.

Προσπάθειες να μπει κάποια τάξη έγιναν μετά την κρίση του 2008/9, όπως με το Dodd-Frank Act. Σύντομα εγκαταλείφθηκαν και σε πολλές περιπτώσεις αντιστράφηκαν. Σήμερα αναγνωρίζουμε το λάθος της γρήγορης απόσυρσης των μέτρων –που οδηγεί σε ασθενή ανάκαμψη και στη συνέχεια σε νέα ύφεση ή σε διαχρονικά χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης, που έχει αρνητικές πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις– καθώς και την υπερβολική έμφαση που είχε δοθεί στο ύψος του χρέους (πράγμα που ήταν αναπόφευκτο, με τα τότε υψηλά επιτόκια).

Δυστυχώς, αυτά δεν θα επαρκέσουν αν δεν ελεγχθεί ο χρηματοπιστωτικός τομέας. Μπορεί η μακροοικονομική πολιτική να επιστρέψει στη λογική του Keynes, αλλά οι κινήσεις και οι διακυμάνσεις του παγκόσμιου δράκοντα είναι τελικά αυτές που θα καθορίσουν την τύχη των κρατών.