Το ντενεκεδάκι – πολλαπλά

 

Μπορεί όλα τα μάτια να έχουν στραφεί στα τελευταία επεισόδια της νομοθετικής παράτασης της προστασίας της πρώτης κατοικίας στην λογική του Νόμου Κατσέλη/Σταθάκη, με την εν πολλοίς σκηνοθετημένη αντιπαράθεση και «συμφωνία» Κυβέρνησης – συστημικών τραπεζών γύρω από την χρήση της «πλατφόρμας Κουρμούση», όμως εκείνο που στην πραγματικότητα προχωράει αυτές τις ημέρες είναι σαφώς ευρύτερο.

Είναι η αναγνώριση ότι το ιδιωτικό χρέος, δηλαδή το χρέος των ιδιωτών προς το Δημόσιο/την Εφορία, το χρέος των ίδιων προς τα Ασφαλιστικά Ταμεία, το χρέος των νοικοκυριών προς τις Τράπεζες (εδώ μπαίνει στην μέση η ειδική περίπτωση της πρώτης κατοικίας), το χρέος των επιχειρήσεων και των επαγγελματιών επίσης προς τις τράπεζες, το ειδικότερο κομμάτι του χρέους των μεγάλων μονάδων προς τις Τράπεζες (που δημιουργεί χιονοστιβάδα άμα ξεκινήσει…), συν τα χρέη επιχειρήσεων αναμεταξύ τους – α! ναι! και τα οφειλόμενα από επιχειρήσεις προς εργαζομένους τους… – είναι εκείνο που, στην μετά Μνημονιακή Ελλάδα, έχει πάρει την θέση του δημόσιου χρέους στον ρόλο του βαριδιού που τραβάει την οικονομία προς τα κάτω.

(Εν τω μεταξύ, το χρέος του Δημοσίου προς ιδιώτες – τα διαβόητα arrears – βαθμιαία πάει να εκκαθαριστεί. Είναι ντροπή που, μετά από διαδοχικές στοχευμένες δόσεις από τον ESM, μένουν ακόμη 2,5 δις ανεξόφλητα ληξιπρόθεσμα, όμως τουλάχιστον αυτό το κομμάτι του δηλητηριαστικού πάζλ έχει πάει πίσω σε σημασία. Κάποια στιγμή το 2014 το βρίσκαμε στα 6 δις. το 2016 στα 5,2 δις. Αν, βέβαια, αφήσει κανείς κατά μέρος το βάρος των μη-εκδιδόμενων παρά μόνο με μεγάλη καθυστέρηση συντάξεων! Και αν… παραβλέψει το βουνό των αναδρομικών, που ξεκίνησαν να επιδικάζονται από την Δικαιοσύνη και που υπόσχονται/απειλούν να φέρουν την τελική κατολίσθηση).

Αυτή η αναγνώριση, ότι το ιδιωτικό χρέος υπόσχεται/απειλεί να φέρει την τελική ασφυξία σε μια οικονομία ούτως ή άλλως αδυνατισμένη, οδήγησε – επιτέλους – σε συντονισμένη, ή πάντως σε σταδιακά συντονιζόμενη προσπάθεια. Ακόμη και η Τρόικα, προτού αποχωρήσει στην προηγούμενη/αυστηρή μορφή της και δώσει την θέση της στην τωρινή εκδοχή «ενισχυμένης μεταΜνημονιακής παρακολούθησης», το είχε καταλάβει: το να προσπαθείς να δώσεις 120 δόσεις προς το Δημόσιο χωρίς να πιάνεις τις συσσωρευμένες ασφαλιστικές εισφορές, το να αφήνεις έξω τις τρέχουσες υποχρεώσεις που – άμα κάποια στιγμή «πνίξουν» – οδηγούν κάθε ρύθμιση σε εκτροχιασμό, το να δίνεις μεν διέξοδο στα «κόκκινα δάνεια» πρώτης κατοικίας αλλ’ αφήνοντας έξω τα ενυπόθηκα επαγγελματιών/μικρο-επιχειρηματιών, το να δημιουργείς/ενισχύεις στην πράξη «ανταγωνισμό εξυπηρέτησης ρυθμίσεων» μεταξύ Τραπεζών, Εφορίας, ΕΦΚΑ, δεν οδηγεί πουθενά. Όπως πουθενά δεν οδηγούσε η παλιότερη λογική δήθεν εκστρατείας κατά των στρατηγικών κακοπληρωτών, υπό την κάλυψη της αποκήρυξης του ηθικού κινδύνου/moral hazard – που, ουσιαστικά, άφηνε να σέρνονται τα πράγματα και να διογκώνεται το πρόβλημα.

Τώρα, λοιπόν, δείχνει να έχει συνειδητοποιηθεί – ακόμη και από την μετα-Τρόικα… – η ανάγκη «να πάνε όλες οι ρυθμίσεις παράλληλα». Εδώ όμως προκύπτει το άλλο αυτοφυές εμπόδιο: έτσι όπως οι σχεδιασμοί – για διαδοχή στον Νόμο Κατσέλη, για 120 δόσεις, για πάγιες ρυθμίσεις – κατατρώγουν τον χρόνο, έτσι όπως «για να προχωρήσει το πράγμα» δίνεται η γνώριμη λύση της μεταβατικής ισχύος ή/και της τελευταίας ευκαιρίας (αυτό βλέπαμε με την λειτουργία της «πλατφόρμας Κουρμούση» επι ένα χρόνο για την πρώτη κατοικία, αυτό και με την τελευταία ευκαιρία για ρύθμιση στα Ταμεία), ξαναζούμε την πρακτική που μας δίδαξε/μετέφρασε από τα Αγγλικά ο Ευκλείδης για τις διαδοχικές ρυθμίσεις του δημοσίου χρέους: to kick the can down the road/κλωτσάμε το ντενεκεδάκι παρακάτω.

Καθώς, δε, τώρα έχουμε και εκλογές μπροστά…