Το πέρασμα Κωστή Στεφανόπουλου από την Προεδρία

 

Από τα πιο ενδιαφέροντα, στην χθεσινή παρουσίαση του βιβλίου «O Πρόεδρος Κωστής Στεφανόπουλος: η παρακαταθήκη του στην Ελλάδα» του συνεργάτη του Κωστή Αιλιανού για την Προεδρία του Κωστή Στεφανόπουλου (1995-2000/2000-2005), ίσως το πρώτο που αξίζει να σημειωθεί ήταν το μείγμα του κοινού. Ασφαλώς δεξιόστροφη η πλειοψηφία (άλλωστε στους παρουσιαστές πρώτος ο Αντώνης Σαμαράς, «σκαστός» από την Βουλή και την συζήτηση για την Συμφωνία των Πρεσπών…), με αρκετό πλήθος πρώην βουλευτών και υπουργών, συν εκπρόσωπου του διπλωματικού, πανεπιστημιακού, δημοσιογραφικού κοκ κατεστημένου. όμως πυκνή και η παρουσία από τον χώρο ΠΑΣΟΚ, με Κώστα Σημίτη στην πρώτη σειρά, χωρίς να λείπει και κάτι αριστερότερο.

Έκφραση, κι αυτή, αναγνώρισης ενός πολιτικού που αν και είχε ευθέως – και ευκρινώς – ταχθεί στα δεξιά του πολιτικού φάσματος, τόσο στην έξοδό του από την κοινοβουλευτική μάχη (που, θυμίζουμε, συνδυάστηκε με την επιστροφή από την ΔΗΑΝΑ του Στεφανόπουλου του υπολοίπου της κρατικής επιχορήγησης…) αλλά κυρίως στην Προεδρική του θητεία, έχτισε κάτι το σημαντικό. Ένα χαμηλών τόνων αλλά διόλου υποχωρητικό προφίλ, μια σταθερή επιδίωξη της γεφύρωσης πολιτικών αποστάσεων, μια προσπάθεια ενίσχυσης του θεσμικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αλλά και ανθρώπινες, όσο και πολιτικά φορτισμένες στιγμές, όπως της αναγνώρισης του Αλβανού μαθητή Οδυσσέα Τσενάι όταν σήκωσε ως σημαιοφόρος την Ελληνική σημαία…

Κατά την αφήγηση Αντ. Σαμαρά (πρώτος τον πρότεινε για την Προεδρία, το 1995 ως Πολιτική Άνοιξη) η ενωτική προεδρία του Στεφανόπουλου ενυπήρχε ήδη ως προδιάθεση σ’ έναν άνθρωπο που είχε θητεύσει στο υπουργείο Προεδρίας επι Κωνσταντίνου Καραμανλή, με ισχυρή κοινοβουλευτική παρουσία και ρητορικές ικανότητες, με σαφώς συντηρητική αυτοτοποθέτηση αλλά πάντα ανοιχτή διάθεση. Δεν παρέλειψε ο Σαμαράς να θυμίσει την στάση Στεφανόπουλου κατά την επίσκεψη Κλίντον στην Ελλάδα, για το πώς μίλησε έντονα κι για το Κυπριακό και για την ελάχιστα χρήσιμη στάση του διεθνούς συστήματος στις Ελληνο-Τουρκικές σχέσεις. «Ήταν μια έκφραση διπλωματικής ευγένειας», είχε πει ο Στεφανόπουλος για το άλλο επεισόδιο: την συγγνώμη Κλίντον για την στάση των ΗΠΑ κατά τα χρόνια της Χούντας, έκφραση ρεαλιστική αλλά και με κάποια πικρία…

Ο Αντρέας Λοβέρδος στάθηκε περισσότερο στην προσδοκία που είχε γεννηθεί, με την δεύτερη ανάδειξη Στεφανόπουλου στην Προεδρία από ευρύτερη πλειοψηφία (ΠΑΣΟΚ Σημίτη, ΝΔ Καραμανλή) να υπάρχει υπερκομματικής λογικής Προεδρίας, Προεδρίας που να ανταποκρίνεται στην έννοια του «ρυθμιστή του πολιτεύματος». Προσδοκία που στην συνέχεια διαψεύσθηκε. Ο Στεφανόπουλος υπήρξε, κατά τον Λοβέρδο, υποδειγματικός φορέας εξουσιών – και τούτο παρατηρώντας την στάση και τον δημόσιο λόγο του. Μπορεί όλοι οι Πρόεδροι να μην άσκησαν ποτέ παρά με αυτοσυγκράτηση τα καθήκοντά τους, αλλά ο δημόσιος λόγος του Στεφανόπουλου – για θέματα εσωτερικά ή και εξωτερικής πολιτικής – «φρόντισε πάντα να συναιρεί τις αντιθέσεις» και να μην δημιουργεί εντάσεις. Ήταν πάντα σε συνεννόηση με την Κυβέρνηση, αλλά και πάντα με την Αντιπολίτευση. Αλλά και «αφαιρώντας από την πολιτική τον εγωϊσμό», με απλότητα, χωρίς επιτήδευση.

Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος έφθασε να ονομάσει τον Στεφανόπουλο «εθνικό μας Πρόεδρο», ομολογώντας ότι η δική του – του Διαμαντόπουλου – προσέγγιση της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας ως διαδοχής διχασμών, προσπεράστηκε με την αντίθεση του Στεφανόπουλου στην τάση αλληλοακυρωσης και εξόντωσης στον πολιτικό βίο. «Κατεξοχήν πολιτικό της Μεταπολίτευσης» , με κυριολεξία της λέξεως «πολιτικός» από την πόλη/τον πολίτη, περιέγραψε τον Στεφανόπουλο όχι δε μόνον ως Πρόεδρο αλλά στο σύνολο της διαδρομής του ο Διαμαντόπουλος, με έμφαση στην αυτογνωσία και την αυτοσυγκράτησή του. Σε λόγο και σε συμπεριφορά. Που έκανε τον μεγάλο Maurice Duverger να παρατηρήσει ότι , παρά την έλλειψη αρμοδιοτήτων (μιλούσε με την Γαλλική εμπειρία κατά νουν, αναπόδραστα), ο τότε Έλληνας Πρόεδρος μπόρεσε να εκφράσει τις κοινωνικές ανάγκες της εποχής εκείνης.

Αυτό το υπό κάποιαν έννοια πολιτικό μνημόσυνο Κωστή Στεφανόπουλου, έτσι όπως έγινε μέρες και ώρες μιας νέας φάσης πολιτικής οξύτητας και διχαστικότητας, δημιουργούσε παράξενα αισθήματα: πικρίας και προσδοκίας υπερβάσεων συνάμα.