Το πολυεργαλείο Βαγγέλης Βενιζέλος, οι επενδύσεις – και η Δικαιοσύνη

 

Για μιαν ακόμη φορά, το πολυεργαλείο Βαγγέλης Βενιζέλος εν δράσει: μέσα στο καμίνι της πολιτικής αντιπαράθεσης για την πολύνεκρη τραγωδία της πλημμύρας στην Μάνδρα, αλλά για την αδιανόητη υπόθεση της πώλησης πυρομαχικών/Καμμένου στην Σαουδική Αραβία, ο e-kyklos του Β.Β. διοργάνωσε μιαν εξαιρετικά εύστοχη συζήτηση, για το κατεξοχήν “ζήτημα του μέλλοντος”. Το κωδικοποίησε με την μοναδική γλαφυρότητα και σαφήνεια, συνάμα, που τον διακρίνει οσάκις ξεφύγει λιγάκι από την μονόχορδη και αδιέξοδη συμμετοχή στην πολιτική αρένα και καταπιάνεται με κάτι όπου «το πολιτικόν» βγαίνει από το συγκεκριμένο: όταν δε τύχει να είναι το συγκεκριμένο και νομικό, τόσο το καλύτερο!

Όπως εξήγησε, κάνοντας ουσιαστικά το summing up μιας συζήτησης όπου μετέσχον κορυφαίοι συντελεστές και της νομικής/δικαστικής οπτικής γωνίας – τι πιο ουσιαστικό από τον Βασίλη Σκουρή, πρώην Πρόεδρο του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ή τον Κώστα Μανουδάκο, επίτιμο Πρόεδρο του ΣτΕ; – αλλά και της επιχειρηματικής κοινότητας – Θόδωρο Φέσσα/ΣΕΒ, Γιάννης Ρίτσος/ΣΕΤΕ, Γιάννης Χατηθεοδοσίου/ΕΕΑ – η συζήτηση περί επενδύσεων, χωρίς τις οποίες η Ελλάδα θα μείνει σε μαύρη τρύπα, δεν γίνεται χωρίς να ξεπεραστούν τα αξεδιάλυτα νομικά εμπόδια που αφέθηκαν να χτιστούν και να λειτουργούν με τις δεκαετίες. Και που αποκλείουν, αληθινά, την ευδοκίμηση κάθε επενδυτικής πρόθεσης, πολλώ μάλλον «σχεδιασμού».

Περισσότερο κι από την περιγραφή των προβλημάτων, που έγινε βέβαια με ιδιαίτερη ενάργεια εδώ, οι επισημάνσεις της «επόμενης στρώσης αδιεξόδων» θάπρεπε να κρατήσουν την προσοχή. Παράδειγμα: γίνεται κάθε τόσο λόγος για επάνοδο στην πρακτική της συνταγματικής κατοχύρωσης του καθεστώτος των νέων επενδύσεων/τύπου ν.δ. 2687/53 – όμως πόσο έχει εξετασθεί σοβαρά η συμβατότητα κάθε τέτοιου πλαισίου με το Κοινοτικό/Ενωσιακό Δίκαιο; μήπως χτίσουμε νέο αδιέξοδο αν πάμε σ’ αυτήν την κατεύθυνση; Ύστερα, γίνεται συχνά λόγος (και παράπονο, και οργή) για τις καθυστερήσεις στον δικαστικό έλεγχο των επενδύσεων: πόσο όμως έχει προσεχθεί η πολύ-διάσπαση του αδειοδοτικού μηχανισμού; πόσο έχει προσεχθεί το ότι κάθε άλλη φάση/άλλη πλευρά αδείας σημαίνει άλλο (ενδεχόμενο) κύκλο προσφυγών; Ένα ακόμη: όταν ο νομοθέτης «αφήνει» στην νομολογία τον προσδιορισμό τού τι θα ισχύσει, δεν είναι μόνον η ανασφάλεια ως προς το τελικό εξαγόμενο, είναι και η απώλεια της «εκ των άνω», γενικής θέασης των πραγμάτων που χάνεται. Και ο σοφότερος δικαστής, κρίνει επ ‘αφορμή και με βάση την συγκεκριμένη υπόθεση. Ή, παραπέρα: πόσοι στάθηκαν, οσάκις νομοθετούσαν, στην διεξοδικότητα των δικονομικών δυνατοτήτων προσβολής αποφάσεων που παρέχονται – άνευ τέλους;

Μια συζήτηση που θάκανε σοφότερους – και …. ταπεινότερους – όσους έτυχε να την παρακολουθήσουν.