Το πρώτο άρθρο

Χριστίνα Αγριαντώνη

ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Στη σύντομη παρέμβασή μου θα αναφερθώ σε ένα επεισόδιο από τα πρώτα βήματα της Βιομηχανικής Επιθεώρησης, που αποτυπώνει ανάγλυφα τις συνθήκες στις οποίες γεννήθηκε και που καθιέρωσε την ταυτότητα του περιοδικού.
Προηγουμένως, δυο λόγια για τη μικρή, σχετικά, προϊστορία των περιοδικών εκδόσεων που αφορούσαν ειδικότερα τη βιομηχανία. Δεν ήταν λίγες. Η παλαιότερη ήταν το βραχύβιο περιοδικό Μηχανική Επιθεώρησις, που έβγαζε ο σπουδαίος μηχανικός Ηλίας Αγγελόπουλος τη δεκαετία του 1880. Ακολούθησε ο Αρχιμήδης του Ελληνικού Πολυτεχνικού Συλλόγου, που κυκλοφόρησε από το 1899 έως το 1923, και ξανά στα 1934-38. Το επόμενο περιοδικό ήταν η Βιομηχανική και Βιοτεχνική Επιθεώρησις του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων και Βιοτεχνών (ΣΕΒΒ), που πρωτοεκδόθηκε το 1914 και διέκοψε το 1929. Πιο έντονα προσανατολισμένο προς τη βιομηχανία ήταν το περιοδικό Έργα, που εκδιδόταν στα 1925-1932 από εταιρεία στην οποία συμμετείχαν μερικοί σημαντικοί βιομήχανοι και στελέχη βιομηχανιών της εποχής. Τη θέση των Έργων πήραν από το 1932 τα Τεχνικά Χρονικά, έκδοση του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, περιοδικό το οποίο όμως καταγράφει την επικράτηση στον χώρο των μηχανικών, των πολιτικών μηχανικών και των ενδιαφερόντων για τα τεχνικά έργα περισσότερο, παρά για την ίδια τη βιομηχανία.
Υπήρχαν συνεπώς συζητήσεις και πληροφορίες για τη βιομηχανία στον δημόσιο χώρο, τούτο δεν σημαίνει όμως ότι υπήρχε ευμενής κοινωνική υποδοχή του βιομηχανικού φαινομένου, της βιομηχανικής πραγματικότητας, στην Ελλάδα της εποχής. Αντίθετα, σε μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου, των διανοουμένων, των αστικών στρωμάτων, διαπιστώνουμε μάλλον εχθρότητα. Η άποψη που διατυπωνόταν σταθερά και από πολλούς είναι ότι «η Ελλάς είναι χώρα γεωργική, εμπορική και ναυτική» – και αυτό από το τέλος του 19ου αιώνα, όταν η βιομηχανία ήταν ήδη υπαρκτή πραγματικότητα στη χώρα.
Δυο λόγια ακόμα για το ιστορικό πλαίσιο της εποχής κατά την οποία ιδρύθηκε η Βιομηχανική Επιθεώρησις, το 1934, που είναι το πρώτο μεγάλης διάρκειας και πολύ σημαντικό εγχείρημα των αδελφών Βοβολίνη. Όσον αφορά καταρχάς τη βιομηχανία, η ανάκαμψή της είχε ήδη αρχίσει από το 1933. Θυμίζω ότι η βιομηχανία είχε γνωρίσει σημαντική ανάπτυξη τη δεκαετία του 1920, αλλά η κρίση του 1929-32 προκάλεσε σειρά πτωχεύσεων και αποδεκατισμό του δυναμικού της. Όμως τα περιοριστικά μέτρα στο εξωτερικό εμπόριο από το 1932, ιδίως στις εισαγωγές, και η στροφή στην οικονομική πολιτική της αυτάρκειας δημιούργησαν ένα πλαίσιο σχετικά προστατευμένης εσωτερικής αγοράς, στην οποία απευθυνόταν η ελληνική βιομηχανία, και επέτρεψαν την ανάκαμψη με γρήγορους ρυθμούς – βέβαια, με αρκετά προβλήματα, που θα αναδειχθούν, όπως θα δούμε, από το περιοδικό. Όσον αφορά το ευρύτερο πλαίσιο, βρισκόμαστε στην εποχή της εδραίωσης των πολιτικών και των αντιλήψεων που συνοψίζει η λέξη κρατισμός, που σημαίνει την αυξανόμενη παρεμβατικότητα του κράτους στην οικονομία αλλά και την αποδοχή της από τους ίδιους τους παράγοντες της οικονομίας, με πολλές ενστάσεις ασφαλώς. Οι ίδιοι οι βιομήχανοι μιλούσαν, ήδη από το 1930, για το καθεστώς της «διευθυνόμενης οικονομίας», στο οποίο προσπαθούσαν να προσαρμοστούν.

Έρχομαι τώρα στο θέμα μου. Στο πρώτο τεύχος (Ιούλιος 1934) της Βιομηχανικής Επιθεωρήσεως δημοσιεύεται πρώτο-πρώτο άρθρο του τότε υπουργού Εθνικής Οικονομίας Γεωργίου Πεσματζόγλου (σε κυβέρνηση Λαϊκού Κόμματος, με πρωθυπουργό τον Παναγή Τσαλδάρη).
Ο Γεώργιος ήταν γιος του Ιωάννη Πεσματζόγλου, που είχε πεθάνει το 1905 και ήταν ένας από τους ιδρυτές και διοικητής της Τράπεζας Αθηνών (που είχε ιδρυθεί το 1893). Ο κύκλος της Τράπεζας Αθηνών ήταν εκείνος που από τις αρχές του 20ού αιώνα είχε διαμορφώσει την άποψη ότι οι μόνες βιώσιμες βιομηχανίες στην Ελλάδα είναι αυτές που

αξιοποιούν εγχώριες πρώτες ύλες. Έχει σημασία αυτό, γιατί και ο γιος Πεσματζόγλου υποστήριζε ανάλογες απόψεις. Στο άρθρο του, που έφερε τον τίτλο «Η Ελλάς ως βι

ομηχανική χώρα», ο υπουργός αποφαινόταν ότι «η οικονομική υπόστασις της Ελλάδος είναι διφυής, γεωργική και εμπορική» (παραλείποντας το «ναυτική», ίσως επειδή η ναυτιλία είχε καταρρεύσει κατά την κρίση) και ισχυριζόταν ότι για να εξασφαλιστεί η κατανάλωση των ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό η χώρα ήταν υποχρεωμένη να εισάγει βιομηχανικά προϊόντα. «Είμεθα λοιπόν υποχρεωμένοι», συνέχιζε, «μετ’ εξαιρετικής όλως περισκέψεως να προβαίνωμεν εις την ίδρυσιν νέων βιομηχανιών, και δη εκείνων αίτινες δεν πρόκειται να εκβιομηχανίσωσι τας ελαχίστας πρώτας ύλας αίτινες παράγονται εντοπίως… Ιδού διατί νομίζω ότι δεν πρέπει να επιζητήσωμεν την αντιμετώπισιν του δημογραφικού προβλήματος της

χώρας [την ανεργία εννοούσε] εις την εντατικήν εκβιομηχάνισιν, αλλ’ εις την μετανάστευσιν».

Δεν ξέρω αν ήταν προσχεδιασμένο από τον Σπύρο Βοβολίνη να βάλει αυτό το κείμενο στο πρώτο τεύχος, το βέβαιο είναι πάντως ότι έκανε μια μεγάλη δημοσιογραφική επιτυχία. Ήταν προκλητικό το άρθρο αυτό για ένα περιοδικό με τον τίτλο «Βιομηχανική Επιθεώρησις». Αυτό που ακολούθησε ήταν ένας πραγματικός καταιγισμός απαντήσεων, που καταδίκαζαν φυσικά τις θέσεις του υπουργού και έδωσαν το ξεκάθαρο στίγμα του περιοδικού, το μήνυμα δηλαδή της σχεδόν άνευ όρων υποστήριξης της βιομηχανίας, ανοίγοντας συγχρόνως μια μεγάλη συζήτηση από τις σελίδες του για την ελληνική βιομηχανία.
Από το επόμενο τεύχος απάντησαν ο Λουκάς Κανακάρης Ρούφος, συντηρητικός πολιτικός, βενιζελικός τότε, πρόεδρος του Συλλόγου Προστασίας Ελληνικών Προϊόντων, που είχε ιδρυθεί το 1931, ο Ιωάννης Τερζάκης, πρόεδρος της Πανελληνίου Ενώσεως Κλωστοϋφαντουργών και έπειτα πρόεδρος του ΣΕΒΒ το 1935, ο επιθεωρητής της Βιομηχανίας Νικόλαος Μικέλης – ένα πολύ αξιόλογο πρόσωπο στο οποίο χρωστάμε πολλά δημοσιεύματα και στατιστικές για την ελληνική βιομηχανία του Μεσοπολέμου. Στο τρίτο τεύχος τα πυρά συνέχισαν ο Νικόλαος Δέδες (με νέο άρθρο, καθώς είχε ήδη τοποθετηθεί στο δεύτερο τεύχος), πρόεδρος του ΣΕΒΒ στα 1933-35, ο σύμβουλος του ΣΕΒΒ Δημ. Γεωργιάδης, και ο βιομήχανος Νικόλαος Κανελλόπουλος, για να ακολουθήσουν στα αμέσως επόμενα ο Σταύρος Κωστόπουλος, της γνωστής τραπεζικής οικογένειας από την Καλαμάτα, που είχε διατελέσει για ένα διάστημα και υπουργός Εθνικής Οικονομίας το 1932 επί κυβέρνησης Βενιζέλου, και ο επίσης πρώην υπουργός Εθν. Οικονομίας Παναγής Βουρλούμης.

Όλοι στηλίτευσαν τις θέσεις του υπουργού. Υποστήριξαν ότι η Ελλάδα ήταν ήδη και βιομηχανική χώρα και απέρριψαν την άποψη ότι οι μόνες βιώσιμες βιομηχανίες είναι όσες κατεργάζονται εγχώριες πρώτες ύλες: «Δεν υπάρχει τίποτε αβαθέστερον», έγραψε ο Κανελλόπουλος, «από τον κατά κόρον επαναλαμβανόμενον παρ’ ημίν ισχυρισμόν ότι η Ελλάς, ως πτωχή εις πρώτας ύλας, δεν δύναται να υπολογίζει εις αξιόλογον βιομηχανικήν ανάπτυξιν». Καταδίκασαν την απαισιοδοξία του για το βιομηχανικό μέλλον της χώρας και τις απόψεις του για τη μετανάστευση: «Το δημογραφικόν πρόβλημα της Ελλάδος δεν το έλυσε καμμία μετανάστευσις… το έλυσε η βιομηχανία απορροφήσασα χιλιάδας εργατικών χειρών», έγραψε ο Τερζάκης. Σημειώνω εδώ ότι σύμφωνα με την απογραφή της βιομηχανίας του 1930, οι εργάτες/-τριες και υπάλληλοι της βιομηχανίας ήταν περίπου 240.000, αριθμός που απείχε πολύ από την πραγματικότητα, καθώς οι βιομήχανοι δεν δήλωναν όλο το προσωπικό τους (γιατί απασχολούσαν και ανήλικους), αρκετές βιομηχανίες ήταν εποχικές κ.ο.κ.

Η διεύθυνση της Βιομηχανικής Επιθεωρήσεως απάντησε στο τρίτο τεύχος, σε άρθρο με τίτλο «Η βιομηχανία και ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας» και με οξύτατο ύφος. Ο υπουργός, έλεγε ο συντάκτης, έχει υποστηρίξει σε πολλές δημόσιες εμφανίσεις του τις απόψεις αυτές, αποκαλώντας τις ελληνικές βιομηχανίες θνησιγενείς, την ύπαρξή τους συμπτωματική και τη σημερινή κατάσταση προσωρινή. Και κατέληγε με το ερώτημα: πώς είναι δυνατόν να διευθύνει το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας ένας τέτοιος άνθρωπος;

Έτσι άνοιξε μια ευρύτατη συζήτηση στο περιοδικό, όπου τέθηκαν από την πλευρά των ανθρώπων της βιομηχανίας όλα τα καίρια ζητήματα που τους απασχολούσαν τότε και που έμεναν άλυτα από γεννήσεως ελληνικής βιομηχανίας, δηλαδή από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα: το ζήτημα της τεχνικής εκπαίδευσης πρώτα-πρώτα – είχαν τότε πρόσφατα ιδρυθεί, με πρωτοβουλία βιομηχάνων, η Σιβιτανίδειος και η Παπαστράτειος επαγγελματική σχολή· το ζήτημα των κοινωνικών ασφαλίσεων, που επίσης ήταν στην ημερήσια διάταξη  – θυμίζω ότι είχαν κατατεθεί τα σχετικά νομοσχέδια από το 1932· το ζήτημα της κακής ποιότητας των ελληνικών αγροτικών προϊόντων: τα μέτρα περιορισμού των εισαγωγών ταλαιπωρούσαν κυρίως τις βιομηχανίες βάμβακος, γιατί το βαμβάκι Λιβαδειάς και Σερρών δεν ήταν πρώτης ποιότητας· το ζήτημα, ακόμα, των σχέσεων με το πάντοτε ευνοημένο εμπόριο, ένα ζήτημα που θα θέσει με άρθρο του ο ίδιος ο Σπύρος Βοβολίνης στο έκτο τεύχος, καταγγέλλοντας τις πρακτικές των εμπόρων που δεν δέχονταν ελληνικά προϊόντα, διαιωνίζοντας την ξενομανία και αναγκάζοντας τους Έλληνες βιομηχάνους να ιδρύουν δικά τους πρατήρια. Και πολλά άλλα ζητήματα.

Το επεισόδιο που παρουσίασα είναι ένα μικρό δείγμα της εξαιρετικής συμβολής της Βιομηχανικής Επιθεωρήσεως στην ανάδειξη και στήριξη της ελληνικής βιομηχανίας, αλλά και στη μελέτη της ιστορίας της.