Το σκωτσέζικο ντους του Covid-19: βήματα εξόδου, αυστηροποίηση ή δεύτερο κύμα;

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Έτσι που το σύνολο της προσοχής της κοινής γνώμης έχει μονοπωληθεί από την επέλαση του κορωνοϊού και από τα μέτρα περιορισμού με τα οποία επιχειρείται να ανακοπεί η πανδημία, η δημόσια συζήτηση όπως διαμορφώνεται τώρα – σε νέα φάση – αξίζει ιδιαίτερη προσοχή.

Τι εννοούμε; Η καταγραφή – στην Ελλάδα, που πήγε σαφώς γρήγορα στην επιβολή περιορισμών (που βαφτίστηκαν «απαγορεύσεις» ενώ δεν ήταν, όπου μιλήσαμε για «καραντίνα» ενώ αληθινή καραντίνα επιβλήθηκε μόνον σε τρία-τέσσερα χωριά σε Δυτ. Μακεδονία και Θράκη) και δείχνει να απέφυγε μια γρήγορη κορύφωση κρουσμάτων – κάμψης στα κρούσματα και (κυρίως γιατί εδώ η μέτρηση δεν έχει αμφισβήτηση) στις εισαγωγές σε ΜΕΘ και στους θανάτους, άνοιξε έναν νέο κύκλο συζήτησης.

Την συζήτηση για το πότε (ανθρώπινο) και πώς (πολύ πιο τεχνικό, αυτό) θα υπάρξει έξοδος από τους περιορισμούς, ή μάλλον χαλάρωση των μέτρων. Κατά τον Σωτήρη Τσιόδρα – την εμβληματική φιγούρα ενημέρωσης/καθοδήγησης της κοινής γνώμης, με την ιδιαίτερη ενσυναίσθηση αλλά και την επιτυχία στην «μετάφραση» της επιστημονικής προσέγγισης σε κάτι κατανοητό, πάντως προσβάσιμο στην κοινή γνώμη – «θα πάμε σταδιακά, ήσυχα και ελεγχόμενα» στην επόμενη μέρα. Άλλωστε, ήδη, χώρες όπως η Δανία και η Αυστρία που επίσης είχαν προηγηθεί στην καμπύλη της πανδημίας, ανακοινώνουν σαφείς στρατηγικές εξόδου.

Όμως στην Ελληνική μας περίπτωση, ο υπορρέων πανικός των αρμοδίων ότι οι ημέρες του Πάσχα – η παραδοσιακή «έξοδος στην επαρχία» και οι στενές επαφές για το φιλί της Ανάστασης ή/και γύρω από το πασχαλινό αρνί – έφερναν την ίδια στιγμή στο προσκήνιο μέτρα (ή: απειλή μέτρων) αυστηρότερα και πιο δεσμευτικά. Αντίστοιχα, ας πούμε με την άλλη φιγούρα της δημόσιας ενημέρωσης, εκείνην του Νίκου Χαρδαλιά της Πολιτικής Προστασίας με το ύφος αυστηρού γυμνασιάρχη που μαλώνει και απειλεί με τιμωρίες.

Ενόσω όμως εξελισσόταν αυτή η πολιτική, πολιτική με φιγούρα Ιανού – μια αυστηρή «για το καλό όλων» και μια με προσδοκία «για ένα καλύτερο αύριο» -, ενόσω επίσης η ανησυχία της παραζαλισμένης κοινής γνώμης ανέβαζε στην επιφάνεια άλλα, καθημερινά ερωτήματα («τελικά ναι ή όχι, φοράμε ή δεν φοράμε μάσκα σε καθημερινή χρήση;» ή πάλι «έχει νόημα ή είναι επικίνδυνη η προληπτική/αμυντική λήψη φαρμάκων από μη-νοσούντες;»), έκανε την εμφάνισή του και ένα άλλο ερώτημα. Ωραία, συμπιέσαμε την καμπύλη των κρουσμάτων και των εισαγωγών στις ΜΕΘ και των θανάτων και δεν περάσαμε σε ανοσία αγέλης με το υψηλό κόστος Ιταλίας και Ισπανίας, ούτε ζήσαμε την φονική παλινδρόμηση πολιτικής των Βρετανών (με σύμβολο τον Μπόρις Τζόνσον στην ΜΕΘ).

Όμως, μήπως αυτό σημαίνει ότι όταν έρθει το δεύτερο κύμα του Covid-19 (το φθινόπωρο, ή και μόλις χαλαρώσουν τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης π.χ. τον Μάϊο) θα είμαστε συγκριτικά λιγότεροι με ανοσία σ’ αυτήν την επιδημία; Και τι σημαίνει αυτό για την τωρινή, συζητούμενη λήξη συναγερμού – για το πότε της και για το πώς;