Το 5ετές ομόλογο των 2,5 δισ και οι αξιολογήσεις του

 

Σε μια Ελλάδα όπου όλα είναι πολιτικά, και μάλιστα σε προεκλογική περίοδο (και τι προεκλογική περίοδο!) όπου το μαύρο/άσπρο γίνεται απόλυτος μονόδρομος, δεν ήταν έκπληξη και ότι το καημένο το 5ετές ομόλογο – με το οποίο η Ελλάδα «σήκωσε» 2,5 δις ευρώ με επιτόκιο τελικά στο 3,45% και απόδοση 3,6% ξαναδοκιμάζοντας τις αγορές μετά από σχεδόν πεντάμηνη αποχή λόγω αναταράξεων – αποτελεί αντικείμενο αντιδιαμετρικών αξιολογήσεων. Επιτυχία για τους μεν, με προοπτικές. Αποτυχία για τους δε, με διαφαινόμενους κινδύνους.

Το ενδιαφέρον – κοντέψαμε να πούμε «το χαριτωμένο», αλλά το κλίμα δεν το σηκώνει – είναι πως και η ρητώς διατυπωμένη γνώμη των επαϊόντων «αξιοποιείται» ανάλογα με το τι επιθυμεί ο καθένας.

Πρώτος, ας πούμε, ο κατεξοχήν αρμόδιος να τοποθετηθεί, Διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας. «Μικρό βήμα προς την σωστή κατεύθυνση» το 5ετές ομόλογο. Και η συμπλήρωση «τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου δεν έχουν ακόμη αποκτήσει καθεστώς επενδυτικής βαθμίδας», με αποτέλεσμα «οι αποδόσεις να παραμένουν υψηλές και ευμετάβλητες, επηρεαζόμενες […] από την αβεβαιότητα όσον αφορά την διατήρηση της μεταρρυθμιστικής κατεύθυνσης στην οικονομική πολιτική». Αν διαβάσει κανείς ψύχραιμα και από κάποιαν απόσταση, ο Διοικητής εκφωνεί την πραγματικότητα – σωστή η κατεύθυνση, καθώς υπάρχει «ανάγκη εξόδου στις αγορές με βιώσιμους όρους», όμως μικρό αυτό το βήμα, καθώς το 2,5 δις είναι σταγόνα στον ωκεανό του προς αναχρηματοδότηση Ελληνικού δημόσιου χρέους, αν και για φέτος ο ΟΔΔΗΧ έχει «γράψει» ζητούμενα 7 δις ευρώ. Συν προειδοποίηση για τον πλου που έχουμε μπροστά, παρά το cash buffer…

Δεύτερο, το πολύ μεγαλύτερο – όχι μόνον από την ΤτΕ, αλλά και από την όλη υπόθεση «Ελλάδα»/μας αρέσει-δεν μας αρέσει –  Reuters, εκφραστής της ιδιότυπης κοινής γνώμης των αγορών. Ενώ το διεθνές οικονομικό πρακτορείο ειδήσεων απλώς «προετοίμαζε» δυο μέρες νωρίτερα για την έκδοση του 5ετούς («η χώρα θέλει να επιστρέψει στις αγορές ομολόγων ως τακτικός δανειζόμενος»), μόλις πηρέ μπρος η έκδοση επικεντρώθηκε στο  πώς «οι αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων κουτρουβαλάνε/Greek bond yields tumble, καθώς η νέα πώληση ομολόγου βρίσκει μπροστά της σοβαρή/solid ζήτηση». Κατέγραψε δηλαδή το Reuters την Ελληνική έξοδο με «σχετικά ανταγωνιστική απόδοση/relatively competitive yield» στα πλαίσια επανόδου στον δρόμο αναχρηματοδότησης του χρέους της Ελλάδας από τις αγορές. Και καθώς το 10ετές άγγιξε το 4% , το δε 5ετές το 3% σε αποδόσεις (στην συνέχεια αμφότερα «πέρασαν κάτω») , το Reuters επικέντρωσε τον τίτλο του εκεί.

Άμα πάρει, τώρα κανείς με μιαν απόσταση χρόνου (εδώ ο χρόνος πάει γρήγορα, αγορές γαρ!) και συγκρίνει όχι μόνον με πρωτοσέλιδα εφημερίδων ή με τοποθετήσεις τηλεπαραθύρων, αλλά και θεωρούμενες τεχνικές σχολιαστικές στήλες, ένα βλέπει: παρόμοιες σοβαρές τοποθετήσεις «ξετεντώνονται» προκειμένου να στηρίξουν την μια ή την άλλη άποψη. Ενώ η ουσία είναι, εν τέλει, ευθύγραμμη: Ασφαλώς και το να προσπαθήσει η Ελλάδα το να «access the markets» ήταν σωστή κίνηση – η οποία, πάντως, πέτυχε. Ασφαλώς εκείνο που ενδιαφέρει είναι η συνέχεια – και ασφαλώς οι αγορές θα κοιτάξουν «πώς το πάμε», ασφαλώς πολύ περισσότερο σε προεκλογική χρονιά. Ασφαλώς και οι όροι δανεισμού είναι χειρότεροι από των άλλων χωρών «Μνημονίου»• όπως άλλωστε θύμιζε η εντελώς πρόσφατη Τριμηνιαία Έκθεση του ΙΟΒΕ, και οι άλλες «χώρες Μνημονίου», Ιρλανδία-Πορτογαλία-Κύπρο, χρειάστηκαν σχεδόν 3 χρόνια (Πορτογαλία 3,5 χρόνια) μέχρι να επανέλθουν σε investment grade /»επενδυτική βαθμίδα». Εμείς είμαστε στους 6 μήνες μετά την έξοδο.

Κυρίως όμως, να μην ξεχνούμε ότι το σχετικά πρόσφατο 7ετές που είχε αρχικά 3,5% απόδοση, λίγες μέρες μετά την έκδοσή του βρέθηκε με απόδοση 4,2% (τώρα βρίσκεται στο 3,63%)! Μάλιστα, τότε, σε περιβάλλον Eurogroup, είχε εκφρασθεί δυσοίωνα ο ίδιος ο Μάριο Ντράγκι, με αποτέλεσμα ο Ευκλείδης Τσακαλώτος να πει, διαφωνώντας, το κλασσικό: «Δεδομένης της κατάστασης στις αγορές, η έκδοση τα πήγε εξαιρετικά […]. Τρέφω μεγάλο σεβασμό για τον επικεφαλής της ΕΚΤ […]. Υπήρξαν διαφωνίες και στο παρελθόν, είμαι σίγουρος ότι θα υπάρξουν και στο μέλλον».

Κατά τα άλλα, η θετική αποτίμηση της Κυβέρνησης βασίστηκε κατά πολύ στην υπερκάλυψη κατά την διαδικασία του βιβλίου προσφορών (ζητούνταν 2,5 δις, προσφέρθηκαν γρήγορα 8 δις, τελικά άνω των 10): αυτό σημαίνει λίγα πράγματα, έτσι όπως λειτουργεί η διαδικασία ιδίως στα χρόνια που οι αγορές πλέουν στην ρευστότητα. Περισσότερο ενδιαφέρει – αλλά μόνον ο Τσακαλώτος στάθηκε σ’ αυτό – ότι μόνον ένα 11% του ομολόγου πήγε σε κυνηγούς του ρίσκου/hedge funds, ενώ το μεγαλύτερο μέρος 67,5% σε πιο μακροπρόθεσμους παίκτες, 19% σε τράπεζες.

Πιο ψύχραιμες αξιολογήσεις, καλό θα έκαναν. Προς αμφότερες τις κατευθύνσεις…