Τρομοκρατική «Οργάνωση των 8»

 

Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2019, τ. 979
Αισθημάτων Νομίσματα του Βασίλη Βασιλικού

Η καλή πεζογραφία φτιάχνεται από λεπτομέρειες. Κι αυτό το ξέρει καλά ο συγγραφέας Βασίλης Κουνέλης, που με το δεύτερο μυθιστόρημά του Καπνισμένα ερείπια (εκδόσεις Καστανιώτη, 2018) εντάσσεται αυτοδικαίως στη γενιά των νέων πεζογράφων μας που εδώ και αρκετά χρόνια έχουν εγκαταλείψει την ενδοσκόπηση και τον εσωτερικό μονόλογο, δηλαδή την ομφαλοσκοπία, και ασχολούνται στα έργα τους με την κοινωνία και τους ανθρώπους της σημερινής εποχής.
Αυτή η στροφή προς τον ρεαλισμό, που δεν είναι ούτε ηθογραφικός ούτε μεταμοντέρνος, δηλαδή τα δύο άκρα της πεζογραφίας, φέρνει μια νέα πνοή στη λογοτεχνία μας, που καταργεί τα στεγανά.
Παρακολουθώντας και λόγω της εκπομπής μου στην τηλεόραση, το «Άξιον Εστί», εδώ και περίπου μια εικοσιπενταετία τη σύγχρονη λογοτεχνική μας παραγωγή, επαίρομαι να πιστεύω ότι κάπου συνετέλεσα κι εγώ σε αυτή τη μεταστροφή. Διότι για πολλές δεκαετίες οι κριτικοί με κατέτασσαν στους δημοσιογράφους, ενώ η ΕΣΗΕΑ δεν με εξέλεγε ως μέλος της υποστηρίζοντας ότι είμαι λογοτέχνης.
Τώρα τελείωσαν αυτά. Ακόμα και οι «ερημίτες των θαλερών πραγμάτων» πείσθηκαν ότι πολλοί από τους σημαντικούς πεζογράφους του κόσμου πέρασαν για ένα φεγγάρι και από την έμπρακτη δημοσιογραφία, που τους ωφέλησε αντί να τους βλάψει (Χέμινγουεϊ, Όργουελ και οι λοιποί).
Ο Βασίλης Κουνέλης ήταν και παραμένει στη δικηγορία. Άλλη τεράστια δεξαμενή άντλησης θεμάτων για να γράψεις. Κι ενώ το πρώτο του μυθιστόρημα (Νοματαίος, 2011) δεν έχει καμία σχέση με αυτήν, το δεύτερο, τα Καπνισμένα ερείπια, παραπέμπει ευθέως στο επάγγελμά του. Που το μετέπλασε σε μυθοπλασία, υψηλών μάλιστα λογοτεχνικών προδιαγραφών.
Θέμα του; Μια τρομοκρατική οργάνωση με την επωνυμία «Οργάνωση των Οκτώ». («Κλείσιμο του ματιού», όπως το λεν οι Γάλλοι, στη 17Ν.) Και βουτάει με τα μούτρα στην αφήγηση, ξεκινώντας από τα παιδικά χρόνια του πρωταγωνιστή του, του Ηρακλή, που σημαδεύονται από δύο τραυματικά γεγονότα. Κι ενώ αυτά δεν είναι τραγικά και μπορεί εύκολα να τα ξεπεράσει, το τραύμα που δεν επουλώνεται είναι εκείνο που τον βρίσκει στη μετεφηβική του ηλικία. Που τον οδηγεί σ’ έναν φόνο, πριν ενταχθεί ακόμα στην τρομοκρατική «Οργάνωση των 8». Στο μεταξύ, τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια του έχουν εισαχθεί στη Σχολή Ευελπίδων, κι ο ίδιος σπουδάζει μουσική σε μια σχολή στον Πειραιά με έναν σπουδαίο δάσκαλο για το βιολί, τον ίδιο που θα τύχει να έχει αργότερα και ο αφηγητής-δικηγόρος υπεράσπισής του στη δίκη.
Μετά από πολύχρονες σπουδές, στις διπλωματικές εξετάσεις του στο βιολί ο Ηρακλής θριαμβεύει. Γιατί παίζει με τέτοιο πάθος που μένουν άφωνοι οι κριτές της επιτροπής. Σαν να γεννήθηκε ένας καινούργιος Μενούχιν! (Ο λόγος, μας αφήνει να υποθέσουμε ο συγγραφέας, είναι ότι ήδη έχει ενταχθεί στην «Οργάνωση», χωρίς ακόμα να έχει περάσει στην ένοπλη δράση, και ξέρει, ο Ηρακλής, ότι ίσως παίζει για τελευταία φορά. Και είναι πράγματι η τελευταία…)
Από κει και πέρα, ο Ηρακλής βυθίζεται στην παρανομία με την πρώτη ληστεία μιας τράπεζας που αφήνει πίσω της νεκρό τον φύλακά της. Και είναι η μόνη δολοφονία που περιγράφεται στο βιβλίο, γιατί δεν πρόκειται για νουάρ, πολάρ ή «δημάρ», αλλά για ένα μυθιστόρημα υψηλών προδιαγραφών, χωρίς φτηνά αγκίστρια-παγίδες, που ψάχνει να εντοπίσει τη ρίζα του κακού, το βάθος του πνιγμού, τον «μυελό οστέων» της τρομοκρατίας.
«…Μήπως, όμως, αναρωτιέμαι εγώ [δηλαδή ο αφηγητής της ιστορίας] αυτό το βάρος της ευθύνης και της ελευθερίας του ατόμου να κάνει χρήση της βίας στην πραγματικότητα δεν τέθηκε σαν ερώτημα ποτέ, ούτε στον νεαρό Ηρακλή, ούτε σε κανέναν τους; Μήπως το τόσο ουσιαστικό αυτό ζήτημα, ένα στάδιο προχωρημένο σε κάθε περίπτωση για την ανθρώπινη σκέψη, υπερπηδήθηκε με ευκολία; Μήπως αυτός κι οι σύντροφοί του περάσανε στο επόμενο στάδιο, αυτό της διαχείρισης των συνεπειών της βίας, και ιδίως του φόνου, γυρνώντας βιαστικά χωρίς να τις κοιτάξουν τις ενδιάμεσες σελίδες και χωρίς το θέμα του δικαιώματος ή μη της αφαίρεσης της ζωής να τεθεί ποτέ σε κάποια διαπραγμάτευση και για κανέναν τους; Γιατί το σχετικό δικαίωμά τους θεωρήθηκε δεδομένο και παραχωρημένο εξαρχής – και από ποιον άραγε;»
Αλλά δεν θα συνεχίσω με το «στόρι» του Έλληνα Τουπαμάρος του Ηρακλή. Στη λογοτεχνία γενικά το θέμα έρχεται δεύτερο. Εκείνο που πρωτεύει είναι η γραφή του. Και του Κουνέλη είναι σπαρταριστή από ζωντάνια. Δεν πρόκειται για νεκραναστημένη ζωντάνια. Αλλά για πρωτογενή. Αν το γράψιμο είναι σαν την ύφανση ή το κέντημα, τότε και πολύ καλός τεχνίτης του αργαλειού είναι και πολύ καλή κεντήστρα!
Και κάτι ακόμα: αγαπά τις γυναίκες, ως ηρωίδες των βιβλίων του, πράγμα που αρχίζει να σπανίζει στη λογοτεχνική παραγωγή των τελευταίων δεκαετιών μια που οι γυναίκες συγγραφείς έχουν την πρωτοκαθεδρία. Είτε ως αυθεντικές συγγραφείς, είτε ως «Νόρα», «Άρλεκιν», δηλαδή παραλογοτεχνία.
Τα Καπνισμένα ερείπια όπως και ο Νοματαίος ανταποκρίνονται πλήρως σε αυτό που οι ξένοι ονομάζουν «νόβελ», «ρομάν» κ.τ.λ., ενώ εμείς το λέμε «μυθιστόρημα». Δηλαδή μύθος + ιστορία, είτε με κεφαλαίο είτε με πεζό. Και ο μύθος με την αρχαία σημασία του, όχι μ’ αυτήν του ψεύδους ή της μπίρας.