Οι αγώνες που θα γίνουν τον Ιούλιο και τον Αύγουστο στο Τόκιο είναι οι πρώτοι που θα διεξαχθούν χωρίς ξένους θεατές. Κι αυτή δεν είναι η μόνη ιδαιτερότητα…

 

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούλιος 2021, τ. 1008

Πολιτσμός του Χρήστου Αναγνωστόπουλου*

Οι Ολυμπιακοί και Παραολυμπιακοί Αγώνες θεωρούνται το πιο σημαντικό αθλητικό γεγονός στη διάρκεια μιας τετραετίας. Πράγματι, πέραν της οικονομικής διάστασης, η ευρύτητα της διοργάνωσης αλλά και η χρονική απόσταση που ήδη μας χωρίζει από τη σύγχρονη αναβίωση των Αγώνων υποδηλώνουν τη μεγάλη σημασία τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι, συγκριτικά με τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896, ο αριθμός των αθλητών που συμμετέχουν έχει αυξηθεί κατά 4.563%, ενώ αυξημένος κατά 1.378% είναι και ο αριθμός των εθνών που εκπροσωπούν αυτοί οι αθλητές.

Ωστόσο, οι θερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες που λαμβάνουν χώρα στο Τόκιο τον Ιούλιο-Αύγουστο του 2021 συνιστούν μια ιδιαίτερη περίπτωση· και αυτό για λόγους πολλούς και ποικίλους. Πρωτίστως, αποτελούν τους πρώτους Αγώνες στην ιστορία του θεσμού που πραγματοποιούνται… εξ αναβολής. Όλοι θυμούνται ότι από την πρώτη στιγμή που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας χαρακτήρισε ως πανδημία τη νόσο COVID-19, που προκλήθηκε από τον ιό SARS-CoV-2, η διοργάνωση των Αγώνων του 2020 άρχισε να τίθεται εν αμφιβόλω. Επιπλέον, εκτός από την πρωτοφανή δωδεκάμηνη καθυστέρηση, η ιστορική διεθνής διάσταση του θεσμού θα αποτυπώνεται φέτος μόνο εντός των αγωνιστικών χώρων και όχι στις κερκίδες. Αυτό θα συμβεί διότι, μόλις τέσσερις μήνες πριν από την τελετή έναρξης, η ιαπωνική κυβέρνηση ενημέρωσε τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) ότι οι Αγώνες θα διεξαχθούν χωρίς ξένους θεατές. Ως εκ τούτου, οι αφίξεις από το εξωτερικό θα περιορισθούν σε αθλητές, προπονητές και προσωπικό υποστήριξης, αξιωματούχους, διαπιστευμένα μέσα ενημέρωσης και χορηγούς με λειτουργικούς ρόλους. Επιπροσθέτως, οι Αγώνες του Τόκιο θα είναι αυτοί με τη χαμηλότερη δημόσια αποδοχή ενός τέτοιου αθλητικού γεγονότος· είναι ενδεικτικό ότι, όταν τον Ιούλιο του 2020 οι Ιάπωνες πολίτες κλήθηκαν να απαντήσουν αν ήταν υπέρ της διεξαγωγής των Αγώνων, εφόσον και εάν το επέτρεπαν οι επιδημιολογικές συνθήκες, μόνον ένας στους τέσσερις εξέφρασε θετική άποψη. Ανάλογα ευρήματα παρουσιάζουν αρκετές ακόμη δημοσκοπήσεις που έχουν έκτοτε διενεργηθεί, ακόμη και μερικές εβδομάδες πριν από την προγραμματισμένη φετινή τελετή έναρξης.

Όλοι οι ανωτέρω λόγοι θα μπορούσαν να ενισχύσουν ένα παράδοξο αφήγημα, ιδιαίτερα εάν αναλογιστεί κανείς την αποφασιστικότητα της Ιαπωνίας να φιλοξενήσει τους Αγώνες για δεύτερη φορά, λίγο περισσότερο από μισό αιώνα μετά την πρώτη, οδηγώντας έτσι τη χώρα να δαπανήσει πάνω από 210 εκατομμύρια δολάρια για δύο φακέλους διεκδίκησης: έναν αποτυχημένο για τους Αγώνες του 2016, τη διοργάνωση των οποίων ανέλαβε τελικώς το Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας, και έναν επιτυχημένο για τους Αγώνες του 2020. Πέραν των δαπανών που συνδέονται με την υποβολή των φακέλων υποψηφιότητας, η Επιτροπή Τόκιο 2020 έχει (επισήμως) προϋπολογίσει τους Αγώνες με ποσό που ξεπερνά τα 12,6 δισ. δολ. Εντούτοις, όπως φαίνεται και στο Γράφημα 1, θα πρέπει να πάμε δύο δεκαετίες πίσω για να βρούμε θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες με τόσο χαμηλό κόστος. Ωστόσο, παραμένει αδιευκρίνιστη πιθανή υπέρβαση του προϋπολογισμού λόγω των εξόδων που προκαλεί η πανδημία· συνεπώς, το τελικό ποσό αναμένεται να είναι πολύ διαφορετικό.

 

 

Γράφημα 1: Εκτιμώμενο και τελικό κόστος Αγώνων την τελευταία 20ετία

Παρά το γεγονός ότι η απουσία διεθνούς κοινού από τις κερκίδες των σταδίων καθιστά τους Αγώνες του Τόκιο μοναδικούς, το οικονομικό πλήγμα είναι αυτό που θα βλάψει κατά πολύ περισσότερο. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πωλήσεις εισιτηρίων στο εξωτερικό αντιπροσώπευαν τουλάχιστον το 10% των συνολικών πωλήσεων εισιτηρίων σε όλους τους πρόσφατους θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες, εκτιμάται ότι περισσότερα από 80 εκατ. δολ. θα χαθούν ως αποτέλεσμα της απόφασης της ιαπωνικής κυβέρνησης να διοργανώσει τους Αγώνες χωρίς παρουσία θεατών-επισκεπτών εκτός Ιαπωνίας. Πράγματι, τα 2/3 των 900.000 εισιτηρίων που αγοράσθηκαν στο εξωτερικό έχουν ήδη επιστραφεί και έχουν αποζημιωθεί οι κάτοχοί τους, όμως αυτό είναι μόνο ένα μέρος της απώλειας, καθώς η απουσία των μη Ιαπώνων αποτελεί πλήγμα για την ευρύτερη τουριστική βιομηχανία της Ιαπωνίας.

Κατόπιν όλων αυτών, έρχεται για ακόμη μία φορά στο προσκήνιο το πάντα καίριο ερώτημα σχετικά με τη βιωσιμότητα των Αγώνων. Πιο συγκεκριμένα, ακαδημαϊκοί και οικονομολόγοι του αθλητισμού υιοθετούν την άποψη ότι οι φορολογούμενοι της εκάστοτε διοργανώτριας χώρας δεν θα έπρεπε να χρηματοδοτούν και να διαιωνίζουν λιγότερο δημοφιλή αθλήματα ή να συνεχίσουν να επωμίζονται το αυξανόμενο κόστος των δημοφιλών, δεδομένου ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες θα μπορούσαν να αντικατασταθούν, επί παραδείγματι, από τα παγκόσμια πρωταθλήματα των αντίστοιχων αθλημάτων. Πολύ πρόσφατη έρευνα[1], άλλωστε, αμφισβητεί εμπειρικά τη βιωσιμότητα των Ολυμπιακών Αγώνων. Ερευνητές από τα πανεπιστήμια της Λωζάνης, της Νέας Υόρκης και της Βέρνης εξέτασαν την έννοια της βιωσιμότητας από την άποψη τριών διαστάσεων (βλ. Γράφημα 2), όπως προκύπτουν από τους 17 Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών. Η πρώτη διάσταση αφορά τον βαθμό στον οποίο οι Αγώνες προκαλούν ένα περιορισμένο οικολογικό και υλικό αποτύπωμα, η δεύτερη τα επίπεδα ενίσχυσης της κοινωνικής δικαιοσύνης, ενώ η τρίτη διάσταση σχετίζεται με την οικονομική αποτελεσματικότητα ως συνέπεια της διοργάνωσης των Αγώνων.

Γράφημα 2: Συνολική βιωσιμότητα των Ολυμπιακών Αγώνων 1992-2020 ανά δείκτη

a: Μέσες τιμές εννέα δεικτών βιωσιμότητας
b: Κατανομή τιμών: Oι κουκκίδες δείχνουν τη μέση τιμή· οι μεσαίες γραμμές δείχνουν τη διάμεση· τα όρια πλαισίου δείχνουν άνω και κάτω τεταρτημόρια· οι απολήξεις δείχνουν μέγιστη/ελάχιστη τιμή
Πηγή: Müller et al. (2021). Παραχωρήθηκε άδεια επαναχρησιμοποίησης.

Η συγκεκριμένη έρευνα, η οποία εκτείνεται χρονικά από το 1992 έως το 2020, καταδεικνύει ότι η συνολική βιωσιμότητα των Ολυμπιακών Αγώνων είναι μέτρια και βαίνει μειούμενη με την πάροδο του χρόνου (βλ. Γράφημα 3). Ενώ οι μέσες βαθμολογίες (στην κλίμακα 0-100) για καθεμία από τις τρεις διαστάσεις κινούνται εντός στενού εύρους (44 για την οικολογική διάσταση, 47 για την οικονομική και 51 για την κοινωνική), κάτι το οποίο δηλώνει ότι η βιωσιμότητα είναι αρκετά συνεπής και στις τρεις διαστάσεις, η εικόνα παρουσιάζεται διαφορετική στους επιμέρους δείκτες. Κυρίαρχος ανάμεσά τους είναι η «Ισορροπία προϋπολογισμού» (δηλαδή η ακραία αρνητική τιμή με M=26), υπογραμμίζοντας μια διαχρονική παρατήρηση σχετικά με την υπέρβαση του κόστους των Αγώνων. Όσο για το Τόκιο 2020, η ίδια έρευνα επισημαίνει την ουσιαστική δημόσια χρηματοοικονομική «έκθεση», δεδομένου ότι περισσότερο από το ήμισυ του κόστους που σχετίζεται με τον αθλητισμό καλύπτεται από το κράτος, γεγονός που συνεπάγεται ότι η ιαπωνική κοινωνία θα αντιμετωπίσει σύντομα μια μεγάλη φορολογική επιβάρυνση.

 

 

Γράφημα 3: Γραμμές τάσεων και σημαντικά ορόσημα βιωσιμότητας στους Ολυμπιακούς Αγώνες, 1992-2020

Η βιωσιμότητα μειώνεται συνολικά και στις οικολογικές και στις κοινωνικές της διαστάσεις. Οι κουκκίδες δείχνουν τις τιμές που πέτυχε κάθε ξεχωριστή διοργάνωση· οι διακεκομμένες γραμμές δείχνουν τη γραμμική εξέλιξη της τάσης· όλες οι γραμμές τάσης, εκτός από την οικονομική, είναι σημαντικές σε P <0,05.

Πηγή: Müller et al. (2021). Παραχωρήθηκε άδεια επαναχρησιμοποίησης.

Το ερώτημα που τίθεται, φυσικά, είναι το εξής: Ποια διδάγματα εξάγονται τόσο για τους φορείς χάραξης πολιτικής όσο και για τους κυρίως εμπλεκόμενους με τον Ολυμπισμό εν γένει;

Ο έγκριτος οικονομολόγος του αθλητισμού, ο καθηγητής Andrew Zimbalist, επεσήμανε προσφάτως ότι η περίπτωση του Τόκιο 2020 προκαλεί ήδη ένα είδος μετα-γνώσης σχετικά με την οικονομική ανάλυση κόστους-οφέλους της διοργάνωσης των Αγώνων. Σύμφωνα με τον Zimbalist, η ύπαρξη ασφαλιστικών δικλείδων τόσο για τους υποψήφιους οικοδεσπότες των Αγώνων όσο και για τους χορηγούς, αλλά και τους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς, μοιάζει μονόδρομος. Όμως, το πρόσθετο κόστος που προκύπτει από μια τέτοια εξέλιξη θα αυξήσει τη διαπραγματευτική ισχύ εκείνων που οικονομικά όσο και πολιτικά υποστηρίζουν τους Αγώνες. Ως επακόλουθο, θα καταστεί ακόμη πιο δύσκολο για τη ΔΟΕ να βρει πόλεις που θα φιλοξενήσουν τους Αγώνες – αλλά και για τις ίδιες τις πόλεις να καταφέρουν να ανταποκριθούν στις ολοένα αυξανόμενες θεσμικές πιέσεις προς εξασφάλιση της βιωσιμότητας των Αγώνων.

Σε αυτό το θέμα, ο Müller και οι συνάδελφοί του υπέβαλαν έναν τριπλό χάρτη πορείας για την επίτευξη μεγαλύτερης βιωσιμότητας. Πρώτον, οι Ολυμπιακοί Αγώνες πρέπει να υποστούν «σμίκρυνση» σε όλες τις μορφές και τις πτυχές τους. Δεύτερον, το ζητούμενο δεν θα πρέπει πλέον να είναι η αναζήτηση νέων πόλεων υποδοχής των Αγώνων· αντιθέτως, η ΔΟΕ πρέπει να στοχεύει στην εναλλαγή των Αγώνων μεταξύ υποψηφίων που έχουν αποδείξει ότι μπορούν να κάνουν καλή δουλειά. Τέλος, αν δεν αναπτυχθούν αξιόπιστα πρότυπα βιωσιμότητας εποπτευόμενα από μια ανεξάρτητη επιτροπή, τα πρότυπα διακυβέρνησης κάθε πόλης που φιλοξενεί τους Αγώνες θα παραμείνουν μέτρια – στην καλύτερη περίπτωση.

Το μεγαλύτερο αθλητικό γεγονός της υφηλίου ετοιμάζεται να «ξεδιπλωθεί» στις οθόνες μας. Ωστόσο, μια δόση περιέργειας και αγωνίας πλανάται στην ατμόσφαιρα και γεννά διάφορα ερωτήματα: Πώς θα είναι αυτοί οι Αγώνες, τόσο εντός όσο και εκτός των αγωνιστικών χώρων; Θα καταφέρει η Ιαπωνία να αποδείξει ότι είναι η ίδια χώρα που, μετά την ήττα της στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έδειξε στον κόσμο πόσο ειρηνική, φιλική, παραγωγική, καινοτόμος και μοντέρνα ήταν φιλοξενώντας τους Αγώνες του 1964; Θα είναι μια χώρα που συμβολίζει την ελπίδα, την ανθεκτικότητα και τη δύναμη του ανθρωπισμού – και όλα αυτά σε ένα; Δηλαδή, μια χώρα που «κερδίζει τον πόλεμο», αυτή τη φορά εναντίον της πανδημίας της COVID-19; Θα είναι αυτοί οι Αγώνες μια βιώσιμη αφετηρία για το μέλλον, αποκαλύπτοντας τον καλύτερο εαυτό της χώρας του ανατέλλοντος ηλίου, υποστηρίζοντας την οικονομία και δείχνοντας πώς ο αθλητισμός μπορεί να βελτιώσει την υγεία και την ευτυχία των ανθρώπων;

Αν και τα ερωτήματα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, οι απαντήσεις σε ορισμένα μπορεί να αποδειχθούν πολυέξοδες.

 

*Ο Δρ Χρήστος Αναγνωστόπουλος είναι
Αναπληρωτής Κοσμήτορας Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων στο
University of Central Lancashire Κύπρου.
Αρθρογραφεί θέματα που αφορούν στη διακυβέρνηση,
διαχείριση και επιχειρηματικότητα στον αθλητισμό.
[1] Müller, M., Wolfe, S.D., Gaffney, C. et al. 2021. «An evaluation of the sustainability of the Olympic Games», Nature Sustainability 4 (Απρίλιος 2021), σσ. 340-348.