Τώρα; Καλή μας τύχη!

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Τελικά, στο χθεσινό/πρωϊνό ερώτημα που θέταμε αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης – παρεμβαίνων με διάγγελμα για την ανακοίνωση της σταδιακής άρσης των μέτρων συγκράτησης της πανδημίας Covid-19: ας σημειωθεί πάντως ότι η διαγγελματική πρακτική κινδυνεύει να απαξιώσει την ίδια την φύση του «διαγγέλματος» ως ανακοίνωσης ιδιαίτερης βαρύτητας … – θα επέλεγε να εμφανισθεί ως Τσιόδρας ή ως Χαρδαλιάς, μάλλον η απάντηση έκλινε προς την πρώτη κατεύθυνση.

Το γεγονός ότι, δυο φορές μάλιστα, έκρινε σκόπιμο/αναγκαίο να ευχαριστήσει τους πολίτες για την αυτοπειθαρχία που έδειξαν, συν η επιλογή να προσπαθήσει να εξηγήσει την λογική του σταδιακού ανοίγματος αναφερόμενος στις εισηγήσεις των ειδικών, έδειξαν μιαν επιλογή. Που την συνόδευε ένα συμμαζεμένο ύφος. Όχι πως έλλειψε η πολιτική χροιά, της αυτεπιβράβευσης για την επιτυχία του έως τώρα χειρισμού (που άλλωστε και δημοσκοπικά επαληθεύεται). αλλά, και πάλι η πρωθυπουργική χρήση του εργαλείου της καύχησης ήταν πολύ πιο συγκρατημένη από εκείνην που επεκράτησε σε ορισμένες από τις τοποθετήσεις της κουστωδίας των υφυπουργών που ακολούθησαν «να συγκεκριμενοποιήσουν».

Και ο τρόπος με τον οποίο προσπάθησε να «περάσει» την ευθύνη, στην ατομική υπευθυνότητα, του αύριο στους πολίτες, με την μετάβαση από το «Μένουμε σπίτι» στο «Μένουμε ασφαλείς», αντίστοιχη επιλογή έδειξε.

Η επιλογή, επίσης, να κλείσει – ή, μάλλον, να μην ανοίξει κι άλλο – το μέτωπο με την Εκκλησία, όπου η κατάσταση πήγαινε να ξεφύγει, έδειξε ότι συνειδητοποιεί πως το άνοιγμα κοινωνικά αντιπολιτευτικών μετώπων δεν θα κάνει καλό σε κανέναν. Ενώ η υπερεπιφυλακτικότητα στην προαναγγελία μέτρων για το άνοιγμα των σχολείων που θα λειτουργήσει ως καυτή πατάτα για την Νίκη Κεραμέως, απλώς συγκάλυψε την συνεχιζόμενη διχογνωμία σε επίπεδο ειδικών…

Επειδή ξεκινήσαμε το σημείωμα αυτό με την αξιολόγηση/εκτίμηση ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να εμφανισθεί περισσότερο ως Τσιόδρας, παρά ως Χαρδαλιάς, ας μην νομισθεί ότι ο ιδεότυπος του τελευταίου υποχωρεί ουσιαστικά από την δημόσια πολιτική/το δημόσιο ύφος. Διόλου τυχαία, σ’ αυτόν αφέθηκε ο ρόλος της αυστηρής προειδοποίησης (μετά από λίγην αναφορά σε Γκαίτε, για τις δυσκολίες και την σχέση με τον στόχο) ότι «τηρούμε τους κανόνες, προχωράμε! δεν τους τηρούμε, μέτρα ξανά!» Αλλά, ενώ π.χ. σχολιάζοντας η Ντόρα Μπακογιάννη έλεγε ότι «δεν θα έχουμε πλέον έναν Χαρδαλιά από πίσω μας», η διατήρηση της απειλής – με την μορφή του προστίμου των 150 ευρώ… – για την μη-χρήση μάσκας όπου αυτή θεσπίστηκε ως υποχρεωτική (ΜΜΕ, σουπερμάρκετ) λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι καλή η εμπιστοσύνη, αλλά καλύτερη η επιβολή. Το γεγονός ότι μέχρι προ εβδομάδας η μάσκα ήταν κίνδυνος, καθώς δύσκολα χρησιμοποιείται σωστά από τον «γενικό πληθυσμό», άσε καλύτερα!

Μπροστά σε όλα αυτά, αμήχανη η Αντιπολίτευση (διαβάζει τις δημοσκοπήσεις…) επεσήμαινε ότι το διστακτικό έστω άνοιγμα «αποτελεί ευθύνη της Κυβέρνησης»: σε πλήρη παραλληλισμό, εδώ, ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ. Πιο γνήσιο θα ήταν – και από προβληματισμένα, παρά το θριαμβικό πειρασμό, κυβερνητικά έδρανα και τα με περιορισμένη εμπιστοσύνη αντιπολιτευτικά – να αναγνωριζόταν ότι η εφεξής πολιτική συνοψίζεται στο «Και τώρα; Καλή μας τύχη!».