Χριστοδουλάκης περί χρέους

 

Μια ακόμη πρωτοβουλία του “Δικτύου για την Μεταρρύθμιση” της Άννας Διαμαντοπούλου έφερε στο προσκήνιο δομημένη συζήτηση για το χρέος, τη στιγμή ακριβώς που απειλείται ένα ακόμη ντεραπάρισμα του τρέχοντος Προγράμματος για την Ελλάδα, με αναγωγή στον μη βιώσιμο χαρακτήρα του χρέους. Στη συζήτηση η Μιράντα Ξαφά έδωσε το διεθνές φόντο, παρακολουθώντας το πώς το φαινόμενο της υπερχρέωσης αποτελεί πραγματικότητα για όλον τον κόσμο με διαφοροποιήσεις ανά χώρες (στις αναπτυγμένες το ιδιωτικό χρέος είναι που κυριαρχεί, στις φτωχότερες βαραίνει περισσότερο το δημόσιο – με οργανωμένη ελάφρυνσή του στις πλέον οριακές περιπτώσεις να το έχει συγκρατήσει: πάντως, το συνολικό ύψος χρέους ανά τον κόσμο βρίσκεται πάνω από 225% του παγκόσμιου ΑΕΠ), ενώ ο Χρήστος Γκόρτσος έδωσε μια απλουστευμένη εικόνα των περίπλοκων νομικών κανόνων που καθιστούν κάθε ριζική λύση στο εΕυρωπαϊκό μέτωπο ουσιαστικά αδύνατη.

Όμως τη βραδιά “έκλεψε” η προσέγγιση Νίκου Χριστοδουλάκη, ο οποίος μέσα από μιαν επανανάγνωση της προβληματικής του χρέους προσπάθησε να δείξει προς την κατεύθυνση δυνατοτήτων σταθεροποίησής του (που, ουσιαστικά, δείχνουν προς την κατεύθυνση εξόδου από το αδιέξοδο) τις οποίες ήδη είχαμε αρχίσει να ακούγονται και από πλευράς ESM και από διαρροές Τσακαλώτου, πριν προκύψει η νέα –πολιτική– εμπλοκή. Εκείνο που οΧριστοδουλάκης επαναφέρει είναι το ότι όποια προβολή κι αν υιοθετήσει κανείς για το εΕλληνικό χρέος, αυτό ούτε βιώσιμο μπορεί να γίνει ούτε (βλέποντας υπό την άλλη γωνία, η οποία πάει να επικρατήσει στη διεθνή συζήτηση) εξυπηρετήσιμο, αν δεν υπάρξει ουσιαστική βελτίωση του ΑΕΠ. Και τούτο επειδή ο ρυθμός ανάπτυξης υπεισέρχεται δυο φορές στη μέτρηση του βάρους του χρέους: και η σύγκρισή του με το μέσο επιτόκιο που κουβαλάει το χρέος επηρεάζει τη μέτρηση, αλλά και ως συντελεστής στον παρονομαστή χρέους/ΑΕΠ παίζει καθοριστικό ρόλο.

Το γεγονός, τώρα, ότι το ελληνικό χρέος βρίσκεται κατά 225 δισ. στα χέρια του ESM, του προκατόχου του EFSF και (περιορισμένα) του ΔΝΤ, κατά 18 δισ. στα χέρια της ΕΚΤ και μόλις 54 δισ. σε ιδιωτικά χαρτοφυλάκια (και πάλι, λιγότερο από 20 δισ. σε χέρια ξένων funds) καθιστά περιορισμένη τη διακινδύνευση: όταν ένα 7% του συνόλου είναι στα χέρια ξένων ιδιωτικών χαρτοφυλακίων, άρα δεν υπάρχει εκεί όγκος που να μπορεί να ασκήσει πίεση, όταν ο ESM έχει δείξει τάση διευκόλυνσης των αποπληρωμών (“ο άγιος ESM” κατά Χριστοδουλάκη), όταν οι έλληνες ιδιώτες –κυρίως τράπεζες– επηρεάζονται από το κράτος και δεν θα κινηθούν κερδοσκοπικά, τότε η έξοδος στις αγορές μετά το 2018 δεν κινδυνεύει απ’ αυτήν την γωνία. Εκείνο, λοιπόν, που χρειάζεται είναι αφενός να υπάρξει εξομάλυνση των υποχρεώσεων αποπληρωμών στα αμέσως επόμενα χρόνια (ιδίως το 2019, που εμφανίζεται διεθνώς επιβαρυμένο), αφετέρου να αντιμετωπισθεί η πολύ υψηλή ονομαστική αξία του χρέους. Αλλά και η πραγματικότητα του ότι όλα τα σενάρια που δέχονται ότι το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο προϋποθέτουν μια ομαλή και αδιατάρακτη εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας επί δεκαετίες – πράγμα που η εμπειρία διδάσκει ότι αποτελεί ριψοκίνδυνη υπόθεση. Πρόσθετο πρόβλημα είναι τα εναπομένοντα υψηλά, σχεδόν τιμωρητικά επιτόκια (3,5-5%) του χρέους που βρίσκεται στα χέρια ΕΚΤ, κρατών και ΔΝΤ, σε σχέση με εκείνο που χρεώνει ο ESM (στο 1,5%).

Προκειμένου να μη συνεχίσει να κινείται η συζήτηση για το ελληνικό χρέος σε οριακή περιοχή, η πρόταση που υποστήριξε ο Νίκος Χριστοδουλάκης είναι ένας “συμβιβασμός ανάμεσα στην δημοσιονομική ικανότητα και την ανάπτυξη”. Με αποδοχή μεν δημοσιονομικού στόχου πλεονάσματος 3,5% αλλά με συμφωνημένη ανακατανομή του 2% σε επενδύσεις σε υποδομές, σε καινοτομία και σε εξωστρέφεια, που θα δώσει επαυξημένο ρυθμό ανάπτυξης το 2019-2030.

Κάτι τέτοιο θα προϋπόθετε: να γίνει ο ESM ο μόνος κάτοχος του “επίσημου” χρέους, που ήδη εξασφαλίζει σταθερό επιτόκιο. Να ανταλλαγούν τα δάνεια ΔΝΤ (12,5 δισ.), κρατών-μελών (53 δισ.) και ΕΚΤ/Κεντρικών Τραπεζών (18 δισ.) με δάνεια του ESM (αυτό σημαίνει κάτι σαν 83,5 δισ. νέου δανεισμού, που “χωράει” στις δυνατότητες του ESM).

Πρόσθετο πλεονέκτημα μιας τέτοιας επαναστόχευσης θα ήταν ότι η επίταση της εξωστρέφειας του ελληνικού ΑΕΠ θα εξασφάλιζε ότι δεν θα “ξεφύγει” το εξωτερικό ισοζύγιο ευθύς ως επανέλθει η οικονομία σε αναπτυξιακούς ρυθμούς.