Ωρα Ελλάδος, Βουκουρέστι

 

Γραμμένο  απο ένα εκ των διακριτικότερων δημοσιογράφων της αμέσως προηγούμενης εποχής – τον πολιτικό συντάκτη Νίκο Στέφο – και με μάλλον συγκρατημένο πρόλογο απο τον Θοδωρή Ρουσόπουλο (επανερχόμενο μετά απο μια σχεδόν δεκαετία απουσίας απο το προσκήνιο όπου κυριάρχησε ως κυβερνητικός εκπρόσωπος των Κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή), ένα βιβλίο/αφήγηση των γεγονότων και – ακόμη περισσότερο – του παρασκηνίου του Μακεδονικού σ’ εκείνη την φάση μέχρι και το Βουκουρέστι. Όπου, το θέλει η βουλγκάτα της εποχής, προβλήθηκε «βέτο» της Ελλαδας στην ένταξη της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ μέχρι να βρεθεί «αμοιβαία αποδεκτή λυση» στις διαφορές (ή στην διαφορά περί την ονομασία;) των δυο χωρών.

Παρουσιάστηκε το βιβλιο αυτό στην, κυριολεκτικά, ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα/αμφιθέατρο της Παλαιάς Βουλής, μπροστά σε ένα παράξενο είδος πανστρατιάς της Ν.Δ. Καραμανλικής εκδοχής. Με τον πρώην Πρωθυπουργό να προσέρχεται, χειροκροτούμενος, σε μάλλον «κλειστή» διάθεση και με λιγοστές χειραψίες. δίπλα του η Ντόρα Μπακογιάννη, ΥΠΕΞ της εποχής και ουσιαστικός διαπραγματευτής της (εν τέλει) μη-συμφωνίας. με παραδίπλα τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη, ΥΠΕΘΑ καθώς περί ΝΑΤΟ επρόκειτο. Η μισή Καραμανλική Κυβέρνηση της εποχής στην αίθουσα, συν το είδος φιγουρών εξουσίας – της χθεσινής, με γλυκειά προσδοκία αυριανής. Τόση η πολυκοσμία ώστε, π.χ. , ο Άδωνις Γεωργιάδης παρακολούθησε όρθιος…

Στο πάνελ, ενώ το άνοιγμα έκανε και τον τόνο έδωσε (ως «αντι-Πρέσπες») ο Θοδωρής Ρουσόπουλος – ο οποίος, άλλωστε, και είχε σηκώσει τότε το βάρος της κεντρικής πολιτικής επικοινωνίας του Βουκουρεστίου, και θεώρησε ότι εκεί «έζησε την ιστορία, όταν εδημιουργείτο» – την ουσιαστική τοποθέτηση ανέλαβε ο Γιώργος Κουμουτσάκος. Ο οποίος, έχοντας «προς τα έξω» την επικοινωνία προς το διεθνές σύστημα ως εκπρόσωπος Τύπου του ΥΠΕΞ γνώρισε μια απο τις πιο δύσκολες φάσεις της μεταπολεμικής Ελλαδας. Κυρίως, βοήθησε να κατατεθούν οι τρεις λύσεις που υπήρχαν εκείνη την εποχή «διαθέσιμες»: ΕΙΤΕ η Ελλαδα θα δεχόταν ένταξη της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ ως πΓΔΜ, με βάση την εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας, την Οδύσσεια Νίμιτς κλπ. ΕΙΤΕ θα προέβαλε βέτο, τεχνικά, το οποίο γλαφυρά ο Κουμουτσάκος περιέγραψε ως «βέτο χωρίς αύριο» . ΕΙΤΕ θα επιχειρούσε να φέρει τους υπόλοιπους της Συμμαχίας σε θέση συμβατή με τις δικές της κόκκινες γραμμές. Η εκδοχή που προέκυψε, το «μη λύση – μη πρόσκληση», ήταν – κατά την ανάλυση αυτή – η αποτύπωση του τελευταίου. (Βέβαια, από την όλη εκδήλωση έλλειψε κάθε αναφορά στην καταδίκη της Ελλάδας, λίγο μετά το Βουκουρέστι, από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την στάση της εκείνη. Καταδίκη που – όσο κι αν σπανίως αναφέρεται αυτό – βρίσκεται πίσω από την εν συνεχεία εξέλιξη του Μακεδονικού. Μας αρέσει/δεν μας αρέσει).

Κάπου εκεί κινήθηκε και ο (τότε πρέσβυς στην Ουάσιγκτων) Αλέξανδρος Μαλλιάς, ο οποίος κυρίως εχει να καταθέσει το πώς βίωσε – ως πρώτος κυματοθραύστης – το πλήθος και την ένταση των αντιδράσεων που σήκωσε η τότε στάση της Ελλαδας απο το διεθνές σύστημα.

Ο ίδιος ο Ν. Στέφος, που προσεκτικά διευκρίνισε ότι ο τότε Πρωθυπουργός δεν θέλησε να του μιλήσει επι του θέματος, έδωσε πάντως το στίγμα ενός Κώστα Καραμανλή ο οποίος  πήγε στο Βουκουρέστι «έτοιμος να συγκρουσθεί», ώστε «να μπορεί να συνομιλεί ήσυχος με τα φαντάσματα όσων μαχήθηκαν για την Μακεδονία». Ή περίπου έτσι. Η ίδια ατάκα περιελήφθη και από Ρουσόπουλο και από Κουμουτσάκο στις δικές τους αφηγήσεις των ημερών Βουκουρεστίου – συνεπώς κάπου εκεί ισορροπεί η επίσημη ερμηνευτική, όσο κι αν ο Κώστας Καραμανλής παρέμεινε σιωπηλός.

Το «μη λύση – μη πρόσκληση»  με φόντο τα φαντάσματα των προγόνων κατατίθεται ως παρακαταθήκη την οποία (Κουμουτσάκος) «σπατάλησε» η σημερινή Κυβέρνηση. Η οποία «δεν επεδίωξε να γίνει εθνική η Συμφωνία των Πρεσπών» (με χτίσιμο συναίνεσης – Μαλλιάς). Το ίδιο, πιο βερμπαλιστικά/με οξύτητα και από την Σοφία Βούλτεψη.