Όπου η καταστροφική μη-συζήτηση για τα εξοπλιστικά επανέρχεται

Το ξέρουμε, το ζήσαμε: κάθε σημαντική Ελληνική Κυβέρνηση που έρχεται αντιμέτωπη με την περιοδικά επανερχόμενη Τουρκική επιθετικότητα – Κωνσταντίνος Καραμανλής μετά τον Αττίλα-2 και την παρουσία του «Χόρα» στο Αιγαίο το 1976, Ανδρέας Παπανδρέου στην κρίση του 1987 με το «Πίρι Ρέις» και την έξοδο των στόλων, Κώστας Σημίτης μετά την νύχτα των Ιμίων και την απαρχή γκριζαρίσματος κυριαρχίας στο Αιγαίο – ξεκινάει ένα πρόγραμμα επανεξοπλισμού.

Έτσι, με διαδοχικές κινήσεις διαμορφώθηκε το οπλοστάσιο Αμερικανικών F-104, F-4, F-16, Γαλλικών Mirage στην Αεροπορία, εκείνο των Ολλανδικών φρεγατών Kortonaer και Γερμανικών ΜΕΚΟ και των επίσης Γερμανικών υποβρυχίων της TKMS στο Ναυτικό, των τανκς Leopard στον Στρατό, με πάγια υπορρέουσα αποδοχή της ανάγκης για εξασφάλιση ερεισμάτων στην διεθνή πολιτική σκηνή – με ισορροπία μεταξύ ΗΠΑ και Γαλλίας ήδη από εποχής Κ. Καραμανλή αλλά με συνέχιση επί Α. Παπανδρέου. με διάσταση ορμητικής εισόδου Γερμανίας στην σκακιέρα. Με την δεκαετία του ΄80, έρχεται να εγκατασταθεί και η προσδοκία (πικρά διαψευδομένη…) της ανάπτυξης εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας, που ενισχύθηκε (και εκτροχιάσθηκε) με την πρακτική των offsets/ αντισταθμιστικών ωφελημάτων.

Τώρα, λοιπόν, που η συνάντηση Μητσοτάκη-Μακρόν στο Ajaccio της Κορσικής (το Αιάκειον, με οσμή αρχαιοελληνικού αποικισμού – είναι και Ελληνιστής ο Μακρόν) θα περιλάβει σημαντικό μέρος συζήτησης για τα εξοπλιστικά – με την προχωρημένη αναφορά σε απόκτηση μαχητικών Rafale της Dassault 4ης+ γενιάς (έδειξε τις δυνατότητες του μόλις προ εβδομάδων στον βομβαρδισμό της υπό ανάπτυξη Τουρκικής βάσεως Αλ Ουτόγια στην Λιβύη) με ραντάρ RBE2 της Thales, με χαμηλό ίχνος στο  ραντάρ του εχθρού και σύστημα SPECTRA επίσης της Thales καθώς και με βλήματα Scalp και Εxocet συν με επαναφορά της συζήτησης για τις «ψηφιακές» φρεγάτες Beh@rra μετά την παλιότερη αναφορά σε ενδιάμεσο δανεισμό Fremm, επίσης με βλήματα Scalp Naval και Exocet.

Όπως και τις προηγούμενες φορές, έτσι τώρα θαρρούμε ότι θα ανοίξει δημόσια συζήτηση με εξαρχής δυσάρεστα – ίσως και νοσηρά – χαρακτηριστικά. Ήδη ανθίζουν οι αναφορές σε «μεσάζοντες» και σε επιρροές επιλογής οπλικών συστημάτων, πέρα δηλαδή από την ανησυχία για τις διακρατικές πιέσεις ώστε να μην προχωρήσει περισσότερο η σχέση που οικοδομείται με Γαλλία. (Εδώ, τεχνικά, θα έρθει στο προσκήνιο η συζήτηση περί πολυτυπίας, ιδίως όσον αφορά τα μαχητικά: πάντως ήδη η Αεροπορία χειρίζεται την παράλληλη Αμερικανική και Γαλλική παρουσία μαχητικών, με τα υπό αμφίβολη αναβάθμιση σε Viper F-16 C/D και τα  Mirage 2000 – 5Mk2). Από δίπλα, βρίσκεται η κακή/κάκιστη εμπειρία με «διευκολυντικές πληρωμές» προηγούμενων προσπαθειών, με ισάριθμους κύκλους σκανδάλων: αυτό πήγε να παρακάμψει, με απευθείας διακρατικές συμφωνίες (βάσει των  FMS των ΗΠΑ) προ δεκαετιών η εποχή Παπανδρέου – πλην όμως, δια των αντισταθμιστικών, άνθισε νέα πηγή σκανδάλων.

Πιο ουσιώδη, όμως, είναι δυο άλλα μέτωπα. Το πρώτο είναι η προσδοκία διεθνοπολιτικής και αμυντικής στήριξης από την Γαλλία – τώρα, στην κρισιμότερη στροφή της Μεταπολίτευσης. Μάλιστα, με την διάσταση συμφωνίας αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής, δηλαδή συμφωνίας για Γαλλική στήριξη σε περίπτωση εκτροπής της Τουρκίας επί του πεδίου, η προσδοκία αυτή βαραίνει απότομα (Συγκρίνετε, π.χ. με την αντίστοιχη διάσταση Αμερικανικής «υπόσχεσης» στήριξης με την επέκταση των βάσεων και διευκολύνσεων επί Ελληνικού εδάφους). Παρόμοιες συμφωνίες σε μη-μεταποικιακή κατάσταση σπανίζουν – αν υπάρχουν καν! – από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα…

Το δεύτερο είναι το κόστος, όπως μάλιστα το ανέδειξε χωρίς-μάλλον-να το θέλει και τόσο ο Χρ. Σταϊκούρας, όταν αφοπλιστικά δήλωσε ότι η προμήθεια των Beh@rra βούλιαξε (κόστος όντως πελώριο: της τάξεως 3 δις) επειδή υπήρχε η ανάγκη καταβολής αναδρομικών των συνταξιοόυχων (τελικώς για την ώρα, 1,4 δις). Τώρα φάινεται η δεύτερη αυτή διάσταση να προσπερνιέται, με δεδομένη και την κατάσταση στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο – στις 13/9 βλέπε Καστελλόριζο.

Οταν, λοιπόν, επανακάμψει απο την Κορσική ο Κυριάκος Μητσοτάκης, απαραίτητο θα ήταν όχι απλώς η Κυβέρνηση – η οποία θα λάβει και τις αποφάσεις για τα εξοπλιστικά, τώρα – αλλά και ο υπόλοιπος πολιτικός κόσμος που θα συνεχίσει να παρακολουθεί και να τοποθετείται –  να ανοίξουν με προσγειωμένο και όσο γίνεται πιο ανοιχτό τρόπο (η αντίληψη του απορρήτου στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα είναι σπαρακτικά απλοϊκή: όλα διαρρέουν, όλα αναλύονται απο τα διεθνή media) την δημόσια συζήτηση για τα εξοπλιστικά.

Η μη-συζήτηση (θα) είναι (πάλι) καταστροφική.