Όπου ο Μίνως Ζομπανάκης περιγράφει την πρώτη μεταπολεμική σταθεροποίηση, αξιολογεί Γεώργιο Καρτάλη με Μαρκεζίνη στο φόντο

 

Είδαμε χθες την κατάθεση του Μίνωα Ζομπανάκη, στο Αρχείο Βοβολίνη για τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια της Ελληνικής οικονομίας. Σήμερα, πάμε λίγο παρακάτω, στην προσπάθεια σταθεροποίησης των αρχών της δεκαετίας του΄50:

# Πώς από την εποχή Τσαλδάρη-Σοφούλη, με την συνολική εικόνα ακυβερνησίας και οικονομικής αβεβαιότητας, με την παρουσία των Αμερικανών κλπ. φθάνουμε στην δεκαετία του ΄50 σε Κυβέρνηση Παπάγου; Προκύπτει ως κεραυνός εν αιθρία;

Χρειάζεται να ξεκινήσει κανείς πιο πίσω: από την σοβαρή προσπάθεια να ξαναστηθεί στα πόδια της η οικονομία. Η οποία μέχρι τότε βασανιζόταν ακριβώς από την πολιτική αστάθεια, από έναν φοβερό πληθωρισμό, από μια αίσθηση συνεχούς κατάρρευσης. Τότε λοιπόν, το 1950-51, έρχεται στα πράγματα ο Νικόλαος Πλαστήρας. Έρχεται με τις στρατιωτικές του δάφνες, με την εικόνα εντιμότητας και απόστασης από τις πολιτικές μηχανορραφίες – και σχηματίζει ένα Υπουργικό Συμβούλιο, στο οποίο συγκαταλέγεται ο Γεώργιος Καρτάλης. Απ’ αυτόν, είναι που ξεκινάει η προσπάθεια ουσιαστικής οικονομικής ανόρθωσης.

#Με τι πολιτικό στίγμα προσέρχεται ο Καρτάλης;

Είναι ο Καρτάλης στην ΕΠΕΚ, αριστερά  ως προς τους Φιλελεύθερους. Ξεκινάει να δει πώς θα ζουμίσει την Ελλάδα, πώς θα βγάλει δηλαδή από την οικονομία όλη εκείνη την πληθωριστική σαβούρα που είχε συγκεντρωθεί μέσα, πώς θα κάνει μια δημοσιονομική εκκαθάριση, πώς θα καούν τα ξερά. Και εφαρμόζει ένα οικονομικό πρόγραμμα πάρα πολύ σκληρό.

# Με Αμερικανική στήριξη, αυτά;

Με την Αμερικανική στήριξη, πλήρως, 100%. Εκφραζόταν η σύμφωνη γνώμη των Αμερικανών μέσω της Νομισματικής Επιτροπής, όπου παρευρίσκετο τότε ο Al Constanzo (Αμερικανός) και ο Sir Field Gregory (Βρετανός). Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος ήταν ο Μαντζαβίνος. Ήταν τόσο βαριά η διόρθωση που προωθούσε ο Καρτάλης, ώστε ο ίδιος ο Gregory είχε φθάσει να ανησυχεί μήπως καταστρέψει την Ελλάδα, μήπως καθίσει εντελώς η οικονομία. Ο Καρτάλης όμως, αμετακίνητος!

# Δηλαδή πώς εκφραζόταν αυτή η αυστηρότητα;

Απλό: έκοβε τις πιστώσεις. Έλεγε «φέτος θα δώσω στην οικονομία 100». Και φώναζε τους εμπόρους, τους βιομηχάνους, τους εξαγωγείς και τους έλεγε: «υπάρχουν 100 μονάδες, κανονίστε και μοιραστείτε τα μοναχοί σας».

# Δηλαδή όχι quotas/πιστώσεις, αλλά ceiling/γενική οροφή…

Ακριβώς. Γενική οροφή. «Τόσα υπάρχουν, παραπάνω δεν δίνω, συμμορφωθείτε». «Μα, καταρρέουμε!». «Καταρρεύστε, δεν γίνεται αλλιώς». Τότε ήταν που – όπως έχω ήδη περιγράψει – μας έστελνε εμάς τους μικρούς, μια γύρα στην αγορά, να βλέπουμε και να αναφέρουμε πόσα καταστήματα έκλειναν, ώστε να βλέπει αν προχωρούσε αληθινά η σταθεροποίηση. (Τότε, εγώ είχα την ευθύνη χρηματοδοτήσεως του εμπορίου). Ήμασταν όλοι νέοι, ο Καρτάλης το είχε επιδιώξει να περιστοιχίζεται από νεαρούς – ήταν ο Κυριαζίδης, ο Μομφεράτος, εγώ, ο Πεσμαζόγλου.

# Ήθελε δηλαδή καινούργιους ανθρώπους; Ως «όχι στις παλιές στάσεις»;

Απλό: δεν ήθελε κανένα που να του λέει «αυτό δεν γίνεται»! Ήθελε να κάνουν οι γύρω του εκείνο που έλεγε ο ίδιος. Το «δεν γίνεται» και το «φοβάμαι να το πω» δεν έπαιζαν. Μόνος από τους παλιούς ήταν ο Κοντογεώργης, για τα θέματα του εξωτερικού εμπορίου, κλήρινγκ και λοιπά.

# Ο Καρτάλης μετρούσε ως θεωρητικός,  ως άνθρωπος της πράξης, ως τι;

Ο Καρτάλης είχε βγάλει το London School of Economics. Προερχόταν από μια εύπορη οικογένεια . Από το Βόλο, όμως με καταγωγή Αλεξανδρινή – όθεν και τα λεφτά. Εξ ου και, στην Κατοχή, τον έλεγαν «η Χρυσή Αντίσταση». Κολλητός και εκείνος του Πάνου Κόκκα. Μπήκε ο Καρτάλης στην πολιτική μετά τον Πόλεμο, υποτίθεται από τα αριστερά, και έπαιξε αληθινά σπουδαίο ρόλο επί Πλαστήρα: τσακωνόταν με υπουργούς, γινόταν χαμός. Θυμούμαι το λεγόμενο Συμβούλιο Εξωτερικού Εμπορίου, όπου συγκεντρώνονταν οι διάφοροι υπουργοί εκπροσωπώντας ο καθείς τα συμφέροντα ο καθείς των δικών του.
Ο υπουργός Βιομηχανίας (Ζίγδης) τα βιομηχανικά, ο υπουργός Εμπορίου (Παπαπολίτης) των Εμπόρων – και δεν ήταν άνθρωποι χωρίς ισχύ. Στο Γεωργίας ήταν ο Στέλιος Αλλαμανής, στοιχείο εξαιρετικά ηθικό, που υποστήριξε αποφασιστικά τον Καρτάλη.
Θυμούμαι μια μέρα, που είχε έλθει το θέμα των σιδηροφύλλων. Ήταν μια βιομηχανία στον Πειραιά μικρή, που είχε ένα πηγαδάκι εκεί κι έβαζε μέσα τις λαμαρίνες – σε κάτι χημικά – και τις πωλούσε μετά ως corrugated iron. Ας είναι! Υπήρχε και μια εταιρεία που έκανε εμαγιέ, τηγάνια, πιάτα, οι παλιοί τα θυμούνται ακόμη. Λέει λοιπόν ο Παπαπολίτης «δεν θέλουμε να μπαίνει φόρος σ’ αυτά τα προϊόντα». Λέει ο Ζίγδης «μα εγώ θέλω να προστατεύσω την βιομηχανία, απαιτείται φόρος». Του λέει τότε του Παπαπολιτη ο Ζίγδης «εσύ τα θέλεις ελευθέρα, γιατί είσαι σύμβουλός τους». Σηκώνεται ο Παπαπολίτης, «ρε άθλιε!» και του πετάει μια καρέκλα στο κεφάλι. Μέσα στο Συμβούλιο, με όλους παρόντες. Γίνεται της μαυροκακομοίρας, σηκώνεται ο Καρτάλης να υποβάλει την παραίτησή του στον Πλαστήρα.

# Ο οποίος Πλαστήρας, παρακολουθούσε τα οικονομικά;

Μπα, μια γενική ενημέρωση βέβαια την είχε. Αλλά ούτε σε πνευματική κατάσταση ήταν, πλέον, ούτε και γνώσεις είχε ώστε να μπορεί να παρακολουθήσει. Ο Καρτάλης, μόνος, την διοικούσε την οικονομία! Και δεν άργησε να φέρει τα πράγματα σε μιαν καταπληκτική κατάσταση. Ένα σημαντικό μέρος της προσπάθειας ήταν και η έμμεση διόρθωση του συναλλάγματος, την οποία κάναμε. Επιβάλλαμε εισφορές στις εισαγωγές: θέλεις να φέρεις αυτοκίνητα; έχεις μεν άδεια εισαγωγής αλλά πρέπει να προπληρώσεις το κόστος – σε προκαταβολές – και να δώσεις 50% ή 100% σε φόρους. Έτσι, αποτρέπονταν οι εισαγωγές, π.χ. αυτοκινήτων. Και όταν θέλαμε να κάνουμε εξαγωγές, δίναμε πριμοδοτήσεις. Είχαμε φθάσει στο σημείο, προκειμένου να πριμοδοτήσουμε εμπορεύματα που δεν μπορούσαν αλλιώς να εξαχθούν – π.χ. δημητριακά, ή πάλι πορτοκάλια – να λέμε «αν βγάλεις εσύ πορτοκάλια, μπορείς να αγοράσεις τόσο συνάλλαγμα και να φέρεις ένα άλλο είδος υπαγόμενο σε περιορισμούς (π.χ. αρώματα, ή βούρτσες για τα δόντια)».
Κατέληξαν να έχουν ξεφύγει τόσο πολύ οι επιδοτήσεις, που σε συνέφερε να πάρεις τα πορτοκάλια, να τα φουντάρεις στην θάλασσα και να  κρατήσεις το δικαίωμα από την εξαγωγή, ώστε να φέρεις τα αρώματα που δεν θάπαιρναν άδεια αλλιώς. Έτσι όμως, είχε επιτευχθεί μια πολύ σημαντική διόρθωση του συναλλάγματος χωρίς να γίνει ευθεία παρέμβαση στην ισοτιμία.
Έτσι, λοιπόν, είχε φέρει ο Καρτάλης τα πράγματα το ΄51-΄52 σε μια κατάσταση που επέτρεπε να επιχειρηθεί η λεγόμενη νομισματική μεταρρύθμιση. Την οποία τελικώς πιστώθηκε ο Μαρκεζίνης.