Όταν η Γερμανία δεν έχει Κυβέρνηση

 

Ο τίτλος αυτού του σημειώματος αποτελεί μικρή – μόνον μικρή – υπερβολή. Κινδυνεύουμε να το ανακαλύψουμε μέσα στις αμέσως ερχόμενες εβδομάδες, αλλ’ ήδη ο Ευκλείδης Τσακαλώτος το εισπράττει στις διαπραγματεύσεις για την έξοδο από το χρέος και το μετά-το-Μνημόνιο της Ελλάδας. Πολύ βαρύτερα, το διαπιστώνει η ευρύτερη συζήτηση για «Το Μέλλον της Ευρώπης», η οποία κινδυνεύει να παραμείνει παγωμένη, ή πάντως στο ρελαντί, επειδή η Γερμανική στάση διστάζει να προσδιοριστεί καν – πόσο μάλλον να προχωρήσει σε διαμόρφωση συμβιβασμών, που να προχωρούν προς λύσεις. Όσοι, δε αποτολμούν να περπατήσουν την δημοσιογραφική κάλυψη της εσωτερικής Γερμανικής πολιτικής ζωής, το βλέπουν σε κάθε στροφή: η Γερμανία δεν έχει Κυβέρνηση.

Ο ισχυρισμός και μόνον ότι η όαση αυτή σταθερότητας και προβλεπτότητας που είχαμε μάθε ότι είναι η Γερμανία στα μετά την δεκαετία του ΄50 χρόνια, θα κατέληγε να εμφανίζει πλέον συμπτώματα Μεσογειακής αστάθειας , μπορεί να παραξενεύει. Και όμως: στην εσωτερική Γερμανική πολιτική σκηνή, ο αναθεωρημένος Προϋπολογισμός για το 2018 που μόλις οριστικοποιήθηκε από τον ΥΠΟΙΚ (Σοσιαλδημοκράτη) Όλαφ Σολτς ακολούθησε πιστά την φιλοσοφία του «Μαύρου Μηδενικού», δηλαδή της με κάθε τρόπο εξισορρόπησης/παραγωγής πλεονασμάτων της διαχείρισης Σόιμπλε . Και τούτο μετά μια χρονιά απολογιστικά πλεονασματική, το 2017. και τούτο παρά το γεγονός ότι η ίδια η διαμόρφωση του Μεγάλου Συνασπισμού CDU-CSU/SPD στηρίχθηκε σε συμφωνία για φιλόδοξες κινήσεις επεκτατικής δημοσιονομικής λογικής! Ο λόγος; Το Bundestag δεν θα «έβγαζε» επιψήφιση του Προϋπολογισμού – με τους Χριστιανοδημοκράτες να στοιχούνται οικονομικά πίσω από τους υπερσυντηρητικούς οικονομικά Φιλελεύθερους, αλλά και να τρέμουν την άνοδο του ακραίου AfD – αν δεν έμενε στενά προσηλωμένο σε όσα… είχε ήδη ψηφίσει κατά το παρελθόν!

Αν, τώρα, αποτολμήσει κανείς και κοιτάξει προς άλλα θέματα εσωτερικής πολιτικής, θα δει ότι ο  υπουργός Εσωτερικών («και Πατρίδας»), Βαυαρός/CSU , Χορστ Ζέεχοφερ τραβάει τα πράγματα σαφώς προς την πλέον συντηρητική κατεύθυνση. Η τοποθέτησή του – μόλις τον περασμένο Μάρτιο – ότι «το Ισλάμ δεν ανήκει στην Γερμανία», βρήκε την αποτύπωσή του στην απόφαση του υπουργικού Συμβουλίου της Βαυαρίας, να τοποθετηθεί ο σταυρός στην είσοδο όλων των δημοσίων κτιρίων «ως έκφραση της ιστορικής και πολιτιστικής διαμόρφωσης της χώρας». Ενώ μέχρι το φθινόπωρο θα έχει τεθεί σε λειτουργία το πρώτο Κέντρο απέλασης μεταναστών – εγκαίρως, ώστε να προλάβει τις τοπικές εκλογές στην Βαυαρία, μέσα Οκτωβρίου 2018. Η κεντρική ομοσπονδιακή ισορροπία θα διαφωνούσε με όλο αυτό το σκηνικό, αλλά …. εκλογές είναι αυτές. Ήδη, στην Γερμανική πολιτική συζήτηση – που, ας επισημανθεί κι αυτό, παραδοσιακά δεν είναι και τόσο ζωηρή! – επανέρχεται ως φάσμα μια ενδεχόμενη πτώση της Κυβέρνησης Μεγάλου Συνασπισμού (που προέκυψε με μύριους κόπους, το θυμόμαστε). Και πορεία σε νέες εκλογές, νέας συντηρητικής στροφής καθώς και η Σοσιαλδημοκρατία έχει υποχωρήσει δημοσκοπικά, αλλά και ο συντηρητικός χώρος στρέφεται συντηρητικότερα…

Με ένα τέτοιο φόντο, η κάπως ανοιχτότερη ματιά που θα απαιτούσε οποιαδήποτε συζήτηση για «Το Μέλλον της Ευρώπης» είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη. Πάντως σε ό,τι αφορά κοινή εγγύηση καταθέσεων (έστω και στο βάθος του ορίζοντα), ή διαμόρφωση μηχανισμών κοινής στήριξης σε περιόδους κρίσης. Η αρχική αίσθηση περί δημιουργίας άξονα Μέρκελ/Μακρόν αποτελεί ήδη μακρινή ανάμνηση…

Οπότε; Οπότε το να αναμένεται ο,τιδήποτε το ουσιαστικό στην Ελληνική διαπραγμάτευση, τώρα, είναι αληθινά παράτολμο στοίχημα. Ακόμη και οι αυστηρές προειδοποιήσεις της ΕΚΤ για ανάγκη σαφούς/πειστικής για τις αγορές ελάφρυνσης του χρέους της Ελλάδας (κατά τα υπεσχημένα…) δεν αρκούν. «Θα είμαστε ευτυχείς άμα το Βερολίνο σταθεί στις συμφωνίες του 2017 και του 2016, τουλάχιστον», είναι η διαπίστωση Βρυξελλών. Δύσκολη λοιπόν η πορεία, όταν η Γερμανία δεν έχει Κυβέρνηση.