του Σάκου Οικονομόπουλου*

(συνέχεια από α’ μέρος)

Το χρέος

Έξι χρόνια μετά την ένταξη στην νομισματική ένωση, η Ελλάδα πτώχευσε λόγω του υπερβολικού χρέους και της άρνησης των αγορών να συνεχίσουν τη χρηματοδότηση του. Η ψευδαίσθηση ασφάλειας που επικράτησε στην διαχείριση της οικονομίας από την συμμετοχή στην ζώνη του ευρώ οδήγησε σε αλόγιστη αύξηση των δαπανών, αδικαιολόγητη από την εξέλιξη των βασικών μεγεθών της οικονομίας που κατέγραφαν μείωση της ανταγωνιστικότητας, ελλείματα του Δημόσιου τομέα και  του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Εμπεριστατωμένες αναλύσεις από την Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφουν και αναλύουν όλες της παραμέτρους της κατάρρευσης (βλ. Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδος: αιτίες ανισορροπιών και προτάσεις πολιτικής, Αθήνα, 2010). Η αρνητική εξέλιξη του Ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών από το 1990 και μετά αναδεικνύει την βαθμιαία κάμψη της παραγωγικότητας της οικονομίας. Από εκεί που κυμαίνονταν μεταξύ 0 και 5% πριν το 1990, έφθασε το 14% το 2008 και σηματοδότησε την βύθιση της διότι παρά τις ψευδαισθήσεις πολιτικών και οικονομολόγων περί αναμενόμενης ανάπτυξης από επενδυτικές ροές υποκρυπτόμενες στο αρνητικό ισοζύγιο. Τίποτα εκτός συσσώρευσης χρέους δεν υπέκρυπτε το αρνητικό ισοζύγιο, όπως πικρά διαπιστώσαμε. Μετά Χριστό προφήτες θα πείτε. Όχι απόλυτα. Διότι ο χρυσούς κανών των επιχειρηματιών, που κατά κανόνα αντιμετωπίζονται υποτιμητικά από τους πολιτικούς και οικονομολόγους είναι, αυτά που βγάζεις από την δεξιά τσέπη, να είναι λιγότερα από αυτά που βάζεις στην αριστερή. Γι αυτό και σε ένα αρθράκι που παρεμπιπτόντως έγραψα το 1996, είχα σημειώσει: Η οικονομία, λένε, δέχεται επίθεση από τους κερδοσκόπους. Ωραία ανάλυση! Για να κρατηθεί στην εξουσία η κάστα που κυβερνάει χρειάζεται οι ψηφοφόροι της να συμμετέχουν στο φαγοπότι. Δηλαδή να κόβει ομόλογα η κυβέρνηση κάθε μήνα υποθηκεύοντας την οικονομία στους δανειστές της. Αυτοί αποκαλούνται πλέον κερδοσκόποι. Αποκρύβοντας ότι ο μεγάλος κερδοσκόπος είναι η ίδια η κυβέρνηση που δημιουργεί τα ελλείματα. Και ότι μοναδικός τρόπος για την στήριξη της οικονομίας  είναι η εξάλειψη τους στην πηγή. Δηλαδή στο αδηφάγο και διεφθαρμένο κράτος (Περί πλάνης, Σάμιζντατ, 1996).

Επί του πρακτέου τώρα, η απαραίτητη μείωση του χρέους επιβάλλει αύξηση των εσόδων και μείωση των δαπανών. Αύξηση των εσόδων σημαίνει μεγέθυνση της οικονομίας μέσω των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων και βέβαια πάταξη της φοροδιαφυγής για να γίνει αντιληπτή η μεγέθυνση και στα ταμεία του κράτους. Μείωση δε των δαπανών, σημαίνει μείωση του κράτους. Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.

Η μεγέθυνση της οικονομίας είναι πολυσύνθετο ζήτημα και εξαρτάται πρωτίστως από τις επενδύσεις και δευτερευόντως από ποικίλες μεταρρυθμίσεις που έχουν να κάνουν με την λειτουργία του κράτους και το καθεστώς εργασίας, πολλές των οποίων περιλαμβάνονται στο πλαίσιο προτάσεων της επιτροπής Πισσαρίδη. Αυτό όμως που πρέπει να αντιμετωπισθεί επειγόντως και θα έχει τεράστιες θετικές επιπτώσεις στα ταμεία του κράτους,  είναι η φοροδιαφυγή τόσο στο εισόδημα όσο και στο ΦΠΑ με το οποίο συνδέεται. Επειδή συνεχώς ακούμε λόγια αλλά σπανίως συνοδεύονται από αριθμούς έκανα μία μικρή έρευνα και τα ευρήματα μου είναι αποκαλυπτικά.

Εάν π.χ. μελετήσετε λίγο τον συγκεντρωτικό κατάλογο των δηλώσεων ΦΠΑ ανά περιφέρεια της χώρας του 2004, που παραθέτω στο τέλος του άρθρου θα διαπιστώσετε τα εξής (Ινστιτούτο τοπικής αυτοδιοίκησης, Φορολογική Αποκέντρωση, Ταμείο Συνοχής, Οκτώβριος 2005, σελ. 154) :

Στις τρεις στήλες δεξιά του πίνακα (χωρίς πλαίσια) υπολογίστηκαν οι μέσες δηλώσεις ΦΠΑ για το σύνολο νομικών και φυσικών προσώπων, φυσικών και νομικών αντίστοιχα. Δίπλα με κόκκινο υπολογίστηκαν (διαιρώντας με 0,235) τα τεκμαιρόμενα κέρδη αντίστοιχα.

1)    Σε 44 περιφέρειες της χώρας, το μέσο εισόδημα των φυσικών προσώπων  που ασκούσε επιχειρηματική δραστηριότητα (συμπεριλαμβάνονται οι ελεύθεροι επαγγελματίες) ήταν κάτω από το αφορολόγητο που τότε ήταν 8,500 ευρώ. Για τις υπόλοιπες (Ηράκλειο, Ιωάννινα, Βοιωτία, Λάρισα, Πειραιάς, Αχαΐα, Θες/νίκη, Αττική, Αθήνα) ήταν ελαφρά υψηλότερο με την Αθήνα να έχει τους πλουσιότερους ελεύθερους επαγγελματίες με μέσο εισόδημα 14,000 ευρώ. Εάν τώρα ευλόγως υποθέσουμε ότι από τα εν λόγω έσοδα αφαιρούνται τα έξοδα που δεν επιβαρύνονται με ΦΠΑ, όπως μισθοί υπαλλήλων και ενοίκια, ευλόγως επίσης καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ουδέν εκ των 750,000 φυσικών προσώπων που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα ανά την επικράτεια πληρώνει φόρο εισοδήματος.

2)    Η εικόνα για τα νομικά πρόσωπα είναι ελαφρώς καλύτερη αλλά είναι και δυσκολότερο να αναλυθεί διότι αφενός αλλοιώνεται από τις διάσπαρτες μεγάλες βιομηχανικές μονάδες πολλές των οποίων είναι κρατικές και αφετέρου τα πραγματικά κέρδη μειώνονται επίσης από την μισθοδοσία, τις αποσβέσεις, κλπ.

Όσο εντυπωσιακό ή παράξενο κι αν φαίνεται, η εικόνα των κρατικών εσόδων δεν φαίνεται να έχει αλλάξει 15 χρόνια μετά. Από την έκθεση της ΑΑΔΕ του 2019 για την εξέλιξη των εσόδων από φόρους προκύπτουν τα ακόλουθα:

  • Το σύνολο των εισπραχθέντων φόρων το 2018 ήταν περίπου 38-40 δις.
  • Ο ΦΠΑ που εισπράχθηκε από τις ΔΟΥ ήταν περίπου 10 δις. όσος δηλαδή και το 2004.
  • Ο εισπραχθείς φόρος εισοδήματος επίσης περίπου 10 δις.
  • Τα υπόλοιπα 20 δις. προέρχονται κυρίως από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, του εισπραττόμενου από τα τελωνεία ΦΠΑ και τους ποικίλους φόρους στα αυτοκίνητα, τα παίγνια, τα αεροδρόμια, τα ασφάλιστρα,κλπ.

Το συμπεράσματα απλά:

1)    Ολόκληρη η χώρα ζει εις βάρος της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, κατεξοχήν  των μεγάλων επιχειρήσεων. Όλοι οι επαγγελματίες της επαρχίας εμφανίζονται με εισοδήματα κατά μέσον όρο μικρότερα των 10,000 ευρώ τον χρόνο.

2)    Η συντριπτική πλειοψηφία των ελεύθερων επαγγελματιών και επιχειρήσεων ανά την χώρα φοροδιαφεύγουν στο σύνολο σχεδόν των εισοδημάτων τους.

Η μεγάλη πληγή: Το ασφαλιστικό

Το θέμα των συντάξεων στην Ελλάδα είναι εδώ και δεκαετίες στην ημερησία διάταξη στη μεταρρυθμιστική ατζέντα κάθε κυβέρνησης χωρίς να έχει ακόμα δοθεί κάποια βιώσιμη λύση. Οι προσπάθειες μονίμως σκοντάφτουν σε μία πικρή αλήθεια: οι 2,631,052 συνταξιούχοι (Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης, 22/5/2017) αποτελούν το 27% των 9.922.294 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων το 2019.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Εργασίας, η μηνιαία δαπάνη για τις συντάξεις ανέρχεται στα 2.259.009.773 ευρώ, με την συνολική ετήσια δαπάνη να αγγίζει τα 27 δισ. ευρώ (Κέρδος, 29/8/2020).

Ο αριθμός των συνταξιούχων ανά ηλικία αναδεικνύει μία ακόμα δυσάρεστη αλήθεια: το 35% εξ αυτών είναι κάτω από 67 χρονών, ηλικία που θεωρείται σήμερα ως η κατώτερη για συνταξιοδότηση.

Στην συγκέντρωση των 27 δις. για την πληρωμή των συντάξεων σήμερα συμβάλλουν 10 περίπου δις. που εισπράττονται ως ασφαλιστικές εισφορές από τους εργαζόμενους, 14 από τον προϋπολογισμό και τα υπόλοιπα από δανεισμό. Αν θεωρήσουμε αξιόπιστες τις προβλέψεις του προϋπολογισμού του 2020 για έσοδα 79 δις. τότε το κόστος χρηματοδότησης του συνόλου του ελλείματος των συντάξεων ανέρχεται στο 21,5% των εσόδων. Αυτό είναι το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των 28 χωρών της ΕΕ όπου η μέση τιμή είναι 10,8% (Πηγή: Eurostat)

Είναι περιττό νομίζω να επεκτείνουμε την συζήτηση επί θεμάτων γήρανσης του πληθυσμού, εισφοροδιαφυγής, ανεργίας και αποχής από την εργασία, δαπανών υγείας, κ.α. για να καταδείξουμε ότι τα περί επίλυσης του ασφαλιστικού με τον πρόσφατο νόμο είναι απλά ψευδαισθήσεις αν όχι φαντασιώσεις.

Μια γενναία προσέγγιση και ριζοσπαστική προσέγγιση του θέματος θα ήταν κατ’ αρχάς να καθιερωθεί ως έτος συνταξιοδότησης, με την έννοια της καταβολής συντάξεως, το 67ο έτος της ηλικίας, με εξαιρέσεις μόνο τις περιπτώσεις αναπηρίας.

Το ποσό της σύνταξης για τον καθένα θα υπολογίζεται και θα αναπροσαρμόζεται σε ετήσια βάση ως λόγος του συνόλου των εισφορών που κατέβαλε σε όλη τη διάρκεια του εργασιακού του βίου, δια του συνόλου των εισφορών που κατέβαλλαν όλοι οι συνταξιοδοτούμενοι την δεδομένη χρονιά, επί του διανεμομένου μερίσματος που θα ισούται με το σύνολο των εισπραχθέντων εισφορών την προηγούμενη χρονιά και του 10% των εσόδων του προϋπολογισμού της ίδιας χρονιάς. Προφανές είναι ότι οι συντάξεις θα αυξομειώνονται ανάλογα με την ανάπτυξη της οικονομίας. Δεν μπορώ να φανταστώ άλλο σύστημα δικαιότερο από το ανωτέρω. Ο καθείς θα απολαμβάνει μία σύνταξη ανάλογη των εισφορών που κατέβαλλε κατά την διάρκεια του εργασιακού του βίου, ανεξαρτήτως της διάρκειας του και του επαγγέλματος του. Επιπλέον θα συμμετέχει στην βελτίωση ή την κάμψη της οικονομίας.

Προφανώς θα χρειαστεί να προβλεφθούν και μεταβατικές διατάξεις για την εξάλειψη εξόφθαλμα καταχρηστικών καταστάσεων που υφίστανται με υπερβολικές και πολυάριθμες συντάξεις.

Καιρός για επανασχεδιασμούς

Δυστυχώς, η μεταρρυθμιστική ατζέντα που προοιωνίζεται το Δελτίο τύπου της επιτροπής Πισσαρίδη δεν επιτρέπει ιδιαίτερη αισιοδοξία.

Αρχικά να πω ότι οι εισαγωγικές παρατηρήσεις του Δελτίου επαναλαμβάνουν ένα ευχολόγιο περί αύξησης εισοδημάτων, ενίσχυσης της παραγωγικότητας, διεθνούς προσανατολισμού της οικονομίας, διακρίσεων στην αγορά εργασίας, στηρίξεως των αδύναμων ομάδων και ενσωμάτωσης καινοτόμων μεθόδων στην παραγωγική διαδικασία που αφίστανται του σκοπού της μελέτης που είναι η επιλογή και υλοποίηση επενδύσεων για την μεγέθυνση της οικονομίας.

Στις 14 προτάσεις εντοπίζονται μερικές που θα εξυπηρετούσαν την επίλυση των προβλημάτων που εκθέσαμε, οι περισσότερες όμως δεν ασχολούνται με θέματα προτεραιότητας, τινές δε αντανακλούν και κάποια άγνοια της πραγματικότητας.

Συγκεκριμένα:

Οποιοδήποτε μέτρο (προτάσεις 1,3) που συνεπάγεται μείωση των εσόδων του κράτους (εισφορές, φόροι, απαλλαγές, κλπ) θα πρέπει να εξειδικεύει πως θα υποκατασταθούν.

Τα περί ασφαλιστικού συστήματος (πρόταση 2) αναπτύξαμε ανωτέρω.

Η μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης (πρόταση 4) είναι πράγματι μείζονος προτεραιότητας για την βελτίωση του επενδυτικού κλίμακος αν και αυτό που ενδιαφέρει τον επενδυτή δεν είναι η ταχύτητα εκδίκασης μιας υπόθεσης του αλλά οι έκνομες δράσεις των πολιτικών συνδικάτων και των ποικίλων αυτοδιορισμένων προστατών της φύσης και της δημόσιας υγείας.

Η μεταρρύθμιση της Δημόσιας Διοίκησης είναι επίσης σημαντική (πρόταση 5) για την κοινωνία, όχι όμως τόσο για την Οικονομία και τις επιχειρήσεις.

Οι αποσβέσεις πρακτικά καταργούνται με την εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων στις ανώνυμες εταιρείες, πρακτική που μάλλον διέφυγε της προσοχής της Επιτροπής (πρόταση 6).

Τα περί βασικής έρευνας, καινοτομίας και τα τοιαύτα (πρόταση 7) δεν συνιστούν πρωτότυπες ιδέες και έχουν υπάρξει στο παρελθόν σχετικά εκατοντάδες πρωτοβουλίες και δράσεις με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα. Αρκεί να θυμίσω το περίφημο πρόγραμμα ESPRIT της ΕΕ που ξεκίνησε το 1984 με γιγαντιαίο προϋπολογισμό και στόχο την στήριξη της ανταγωνιστικότητας των μεγάλων ευρωπαϊκών εταιρειών κατασκευής PC. Πριν τελειώσει καν το πρόγραμμα είχαν κλείσει όλες (Siemens-Nixdorf, Olivetti, Bull, CII, Philips).

Τα περί κατάρτισης των  ανέργων και της ένταξης των γυναικών στην αγορά εργασίας (προτάσεις 8 & 9) δεν αφορούν τις επενδύσεις.

Οι μεταρρυθμίσεις στους τομείς της παιδείας και υγείας (προτάσεις 10 & 11) είναι προφανώς αναγκαίες αλλά ούτε αφορούν τις επενδύσεις ούτε οι προτεινόμενες προσεγγίσεις υπόσχονται θεραπεία των προβλημάτων.

Η πρόταση 12 περί μεταφοράς πόρων στην τοπική αυτοδιοίκηση είναι σημαντική και θα την συζητήσουμε κατωτέρω.

Τέλος, οι προτάσεις 13 & 14 θα μπορούσαν να καταλήξουν σε επενδυτικά προγράμματα και περιμένουμε να δούμε τις συγκεκριμένες δράσεις.

Ας μου επιτραπεί όμως ένα γενικότερο σχόλιο επί των ανωτέρω και γενικότερα των μεταρρυθμιστικών προτάσεων που εκπορεύθηκαν διαχρονικά από υπουργούς και επιτροπές που συγκρότησαν επί τούτω διάφορες κυβερνήσεις.

Ουδέποτε μία μεταρρύθμιση που έστω κατά τι έθιγε οργανωμένα συμφέροντα δεν υλοποιήθηκε. Επιτομή όλων η περίφημη πρόταση Σπράου το 1996 για το ασφαλιστικό που όχι μόνο δεν εφαρμόστηκε αλλά λοιδορήθηκε ως καμμιά άλλη στο παρελθόν. Παρόλα αυτά  οι κυβερνώντες της εποχής συνεχίζουν να αρθρογραφούν συστηματικά και να διακηρύσσουν πόσο πετυχημένα κυβέρνησαν. Την ίδια τύχη είχε λίγο αργότερα και η προσπάθεια Γιαννίτση που πνίγηκε στις διαδηλώσεις και τις απεργίες.

Με δύο λόγια ουδείς πλέον τολμά να προτείνει κάτι που θίγει οργανωμένα συμφέροντα διότι η προσπάθεια του θα εξουδετερωθεί από αντιδράσεις που άρχισαν να γίνονται βίαιες. Στην γραμμή αυτή κινούνται και οι σκέψεις της επιτροπής Πισσαρίδη. Προφανώς ξέρουν, θέλω να πιστεύω, ότι τροχοπέδη για επενδύσεις είναι οι συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ και οι αγωνιστές του ΕΛΑ, και όχι οι χρονοτριβές της δικαιοσύνης.  Προφανώς διαβάζουν και αυτοί εφημερίδες και αντιλαμβάνονται ότι σχολές που δέχονται φοιτητές με επίδοση 3 στις εισαγωγικές πρέπει να κλείσουν. Προφανώς ξέρουν, ή θα έπρεπε να ξέρουν τα στοιχεία που παρέθεσα για την φοροδιαφυγή, αλλά τσιμουδιά. Ή μήπως αγνοούν ότι οι υπηρεσίες της Βουλής, με κόστος 100 εκ. ετησίως, έχουν μετατραπεί σε ΚΑΠΙ των συγγενών των πολιτικών;

Μία εξ ίσου σοβαρή πτυχή των κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων της χώρας είναι η άρνηση μεγάλου αριθμού νέων ανθρώπων να εργαστούν σε χειρωνακτικές ή χαμηλής κοινωνικής εκτίμησης επαγγέλματα τα οποία έχουν κατακλυσθεί από αλλοδαπούς και αλλοδαπές με την πλειοψηφία τους να εργάζονται ανασφάλιστοι και σεβαστό μέρος των αποδοχών τους να διοχετεύεται στις πατρίδες τους. Ουδείς ποτέ αποτόλμησε να αξιολογήσει το φαινόμενο σε αριθμούς, δηλαδή τις απώλειες του ασφαλιστικού συστήματος, των φορολογικών εσόδων και της οικονομίας από την αφαίμαξη ρευστότητας.

Κατόπιν των ανωτέρω, το ερώτημα που τίθεται στο παρόν σημείωμα είναι πως θα μπορούσε να θεραπευθεί με προτεραιότητα το μείζον πρόβλημα του λαϊκισμού, απότοκο του οποίου είναι η δυσχέρεια υλοποίησης των περισσοτέρων μεταρρυθμίσεων που ενδεχομένως ειλικρινώς επιθυμούν οι κυβερνήσεις και που συστηματικά αποτυγχάνουν να κάνουν;

Η ανάλυση μας εντόπισε ως βασικά προβλήματα που επείγει να αντιμετωπιστούν την παθογένεια του χρέους ως απότοκο των υπερβολικών και περιττών δαπανών του Δημοσίου και της φοροδιαφυγής της Περιφέρειας, την μη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, την ανορθολογική διόγκωση της τριτοβάθμιας παιδείας, την διαφθορά στο σύστημα υγείας και γενικότερα στην δυσλειτουργία σε βασικές υπηρεσίες του κράτους όπως η δικαιοσύνη.

Ως βασική τροχοπέδη σε οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία εντοπίσαμε τις συντεχνιακές συσπειρώσεις που με αμοιβαία συμπαράταξη ορθώνουν απροσπέλαστο τοίχος αντίστασης.

Η προφανής οδός επίλυσης σε ένα δημοκρατικό καθεστώς θα ήταν η νομοθετική. Με το πολιτικό σύστημα ως έχει, φαντάζει αδύνατο να ψηφιστούν μέτρα μείωσης συντάξεων, κατάργησης σχολών, αξιολόγησης γιατρών και παρόμοια. Η μεν συμπολίτευση θα αποφύγει να τα ψηφίσει μόνη της διότι θα χάσει τις επόμενες εκλογές, ομοίως και η αντιπολίτευση εάν συμπράξει.

Μία λύση θα ήταν να συμφωνήσουν τα μεγάλα κόμματα, αίφνης με περισσότερο των 10% του εκλογικού σώματος να συγκυβερνήσουν με ατζέντα που να περιλαμβάνει και τις εν λόγω μεταρρυθμίσεις. Με τα σημερινά μυαλά, ένθεν και ένθεν, και αυτό μοιάζει απίθανο.

Η λύση που θα πρότεινα και που πιθανόν θα μπορούσε να λύσει πολλά προβλήματα είναι η ολοκλήρωση της αποκέντρωσης που έχει ήδη διοικητικά τουλάχιστον εμπεδωθεί με την μεταφορά στις κοινότητες τους δήμους και τίς περιφέρειες όλων των εξουσιών που άπτονται των δραστηριοτήτων που υφίστανται στις αντίστοιχες διοικητικές οντότητες, με την άντληση των απαραίτητων πόρων για τους προϋπολογισμούς τους από τις τοπικές κοινωνίες.

Για να μη νομίσει κανείς ότι η προτεινόμενη ιδέα συνιστά παγκόσμια πρωτοτυπία, το εν λόγω σύστημα λειτουργεί στην εντέλεια π.χ. στην Ελβετία. Πέραν της αυτονόητης ευθύνης του κράτους στην άμυνα, τους κυκλοφοριακούς άξονες, τις μεγάλες μονάδες παραγωγής ενέργειας, τα δίκτυα, τα ακυρωτικά δικαστήρια και άλλες μείζονος κρατικής σημασίας λειτουργίες και υποδομές, όλες οι υπόλοιπες υπηρεσίες ανήκουν στην αυτοδιοίκηση και οι απαραίτητοι πόροι αντλούνται από τους κατοίκους της κάθε αυτοδιοικούμενης διοικητικής οντότητας υπό μορφή κοινοτικών, δημοτικών και καντονικών φόρων.

Εφαρμοζόμενο στη χώρα μας ένα τέτοιο σύστημα, θα περιορίσει επί παραδείγματι την τριτοβάθμια κρατική εκπαίδευση σε μερικές μόνον πανεπιστημιακές και πολυτεχνικές σχολές στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη που η πολιτεία θα εκτιμήσει ότι εξυπηρετούν τις ανάγκες της σε εθνικό επίπεδο. Όλες οι υπόλοιπες θα περάσουν στα χέρια της αυτοδιοίκησης η οποία και θα αποφασίσει αν θέλει να τις κρατήσει ή όχι. Το ίδιο και θα ισχύσει για όλες τις υπηρεσίες που παρέχει το κράτος υπό κεντρική διοίκηση: νοσοκομεία, σχολεία, συγκοινωνίες, μουσεία, αστυνομία, δικαστήρια, όλα θα περάσουν στην αυτοδιοίκηση. Στην κεντρική διοίκηση θα μείνουν τα αυτονόητα: κρατικές υποδομές επικοινωνιών και συγκοινωνιών, άμυνα, ακυρωτικά δικαστήρια, κλπ.

Παρ ημίν οι δραστηριότητες των δήμων ως έχουν σήμερα χρηματοδοτούνται από κρατικά χρήματα, κατά το 20% από τους φόρους των φυσικών και νομικών προσώπων, το 12% του ΦΠΑ και το 50% των φόρων ακίνητης περιουσίας και διάφορους τοπικούς φόρους.

Το σύστημα αυτό θα αντικατασταθεί με την είσπραξη όλων των απαραίτητων πόρων από τις τοπικές κοινωνίες, δηλαδή τους ίδιους ως ανωτέρω αλλά που καταβάλλονται από τους πολίτες των τοπικών κοινωνιών. Άμεση συνέπεια των ρυθμίσεων αυτών θα είναι η πίεση που θα ασκηθεί αφενός να πληρώνονται οι φόροι από τους πολίτες και αφετέρου να συλλέγονται αποτελεσματικά από τις διοικήσεις των δήμων και των κοινοτήτων. Θα είναι πλέον πρακτικά αδύνατον να φοροδιαφεύγουν οι επιχειρηματίες του τουρισμού, γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, εργολάβοι, κλπ. διότι στις τοπικές κοινωνίες, όλοι ξέρουν όλους.

Μια τέτοια μεταρρύθμιση δεν θα είναι εύκολο να σχεδιαστεί και υλοποιηθεί. Πλην όμως είναι η μοναδική που θα δώσει λύσεις στα προβλήματα της φοροδιαφυγής, διαφθοράς και άσκοπης διόγκωσης του κράτους. Παράλληλα είναι πιθανόν να φέρει στο προσκήνιο νέες ενέργειες, δημιουργικότητα και επιχειρηματικότητα προς όφελος των τοπικών κοινωνιών και του κοινωνικού συνόλου γενικότερα.

Επίλογος

Ανέφερα σε προηγούμενο σημείωμα τους λόγους που κατά την γνώμη μου προκάλεσαν την συστηματική κάμψη της ελληνικής οικονομίας και οδήγησαν την χώρα στην χρεοκοπία. Αλόγιστη αύξηση των μισθών του δημοσίου και των συντάξεων, διάλυση του βιομηχανικού ιστού, διαφθορά στις προμήθειες του κράτους και φοροδιαφυγή διαμορφώνουν ένα ζοφερό τοπίο που δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας για εύκολη αποκατάσταση του με τα ημίμετρα και τις κοντόφθαλμες μεταρρυθμίσεις που επαγγέλλεται και αυτή η κυβέρνηση. Κυρίως όταν, αντί να περικόψει δαπάνες και να ενισχύσει την άμυνα, μοιράζει λεφτά και αναδρομικά.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Το τείχος άμυνας έναντι κάθε απόπειρας εξυγίανσης ορθώνει ο άκρατος λαϊκισμός που έχει επικρατήσει ως κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία και κοινός παρονομαστής που ενώνει τα συντεχνιακά συμφέροντα όλης σχεδόν της κοινωνίας.

Ο γράφων δεν διαθέτει, ούτε πρόσβαση έχει στα απαραίτητα  στοιχεία για να τεκμηριώσει τα ανωτέρω ανά επαγγελματικό κλάδο και κοινωνική ομάδα. Γι’ αυτό και περιορίστηκε σε μερικά αντιπροσωπευτικά δείγματα και αναλύσεις του λαϊκισμού από τον χώρο της παιδείας, του φαινομένου της φοροδιαφυγής και των προβλημάτων του ασφαλιστικού.

Εν κατακλείδι αποτόλμησα μία πρόταση ανατροπής του υπάρχοντος διοικητικού και οικονομικού μοντέλου για τις κρατικές υποδομές και υπηρεσίες που θα μπορούσε να διορθώσει πολλά από τα υπάρχοντα προβλήματα διαφθοράς και κατασπατάλησης των δημόσιων πόρων σε άχρηστες υπηρεσίες.

Άφησα για το τέλος μία παρατήρηση που ίσως συνιστά και τον χειρότερο οιωνό για το αύριο της χώρας. Τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκαν στην κοινωνία κινήματα αντίδρασης και  αμφισβήτησης που επανέφεραν στην επικαιρότητα εμφυλιοπολεμικά συνθήματα και συμπεριφορές, τεκμήρια ρήξης του κοινωνικού ιστού που συνέχει ένα έθνος. Ένα αίσθημα απόρριψης ή αδικίας ή ακόμα και θυμού που φυσιολογικά μπορεί να αναπηδήσει στην ψυχή ενός νέου που βιώνει μία αποτυχία στη προσπάθεια να πετύχει τους στόχους του, το λογικό θα ήταν να τον πεισμώσει στην αναζήτηση του καλύτερου εαυτού του και της βέλτιστης επιλογής για μια νέα προσπάθεια. Όταν όμως εκτρέπεται σε φθόνο κατά της κοινωνίας και πλάθει εχθρούς και συνωμότες, ο κοινωνικός ιστός αρχίζει να νοσεί και η ισχύς του να υπονομεύεται. Ακόμα δε χειρότερα, όταν στην κατηγορία των εν λόγω συλλογικοτήτων όπως πια ονομάζονται, εντάσσονται νέοι που απαξιούν ακόμα και να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους στην βιοπάλη.

Δυστυχώς, όπως διαπιστώνω από πληθώρα αναρτήσεων στο διαδίκτυο, διανοούμενες και διανοούμενοι, ενδιαιτώμενοι κατά κανόνα στο Δημόσιο, βρίσκουν απόλυτα φυσιολογικό, νέοι που δεν βρίσκουν το διάβα τους στρωμένο με ροδοπέταλα να εχθρεύονται τους πάντες.

Πριν από λίγα χρόνια καθόμουνα στο μπαλκόνι ενός ξενοδοχείου στην ακτή του Κουσάντασι, πάλαι ποτέ Εφέσου, και χάζευα το δειλινό. Στα ωραία του χρώματα λαμπύριζε στη μέση του λιμανιού μία πελώρια κόκκινη τράτα, έτοιμη να ξεκινήσει για την αποκομιδή της γιγαντιαίας ψαριάς που την περίμενε στα ανοιχτά. Ξαφνικά αντιλαμβάνομαι  να πλέει μπροστά της μια ταπεινή ψαρόβαρκα με τη πετονιά στα χέρια του ψαρά. Στη μέση της βάρκας ήταν περήφανα αναρτημένη η τουρκική σημαία. Συγκράτησα την εικόνα ως επιτομή της έννοιας της κοινωνικής συνοχής.


* Ο Σάκος Οικονομόπουλος είναι ηλεκτρολόγος  μηχανικός του ΕΜΠ και Docteur Ingenieur του πανεπιστημίου Paris VI. Δίδαξε στο πολυτεχνείο της Λωζάννης, εργάστηκε για το πρόγραμμα ESPRIT στις Βρυξέλλες και το 1988 ίδρυσε την εταιρεία ΖΗΝΩΝ Ρομποτική. Εχει συγκροτήσει την συλλογή Bibliotheca Graeca και συνέγραψε τον Θησαυρό της Ελληνικής Γραμματείας (Αθήνα, 2017)

By |2020-12-09T14:13:55+03:003 Δεκεμβρίου, 2020|Μελέτες / αναλύσεις|
Go to Top