Μικρός οδηγός παρακολούθησης της συζήτησης στην Βουλή για τον Προϋπολογισμό

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Κάτω από μια ιδιότυπα έντονη συναστρία έρχεται η συζήτηση για τον Προϋπολογισμό του 2022 στην Βουλή. Ασφαλώς την προσοχή θα μονοπωλήσει η παραδοσιακή κόντρα των πολιτικών αρχηγών, με την κυβερνητική πλευρά να επικαλείται έναν 7% ρυθμό ανάπτυξης που πιάνει για το 2021 στις προβλέψεις η οικονομία (και την υπέρβαση των εσόδων κατά την εκτέλεση του Προϋπολογισμού 2021 μέχρι και τον Οκτώβριο, που επιτρέπει την πρόβλεψη για ανοδικά έσοδα του 2022, λίγο πάνω από 50 δις), με τα αντιπολιτευόμενα έδρανα να «ανεβάζουν» το θέμα της ακρίβειας που ήδη τσουρουφλίζει τα νοικοκυριά (και πού η επίκληση του μέχρι προ ολίγου χαμηλού πληθωρισμού και της εξέλιξης των μέσων εισοδημάτων ή και της στήριξης λόγω πανδημίας δεν αρκεί για να εκτονώσει, καθώς η τσέπη του καθενός είναι αδιάψευστος μάρτυς του τι ισχύει).

Στην υψηλών τόνων – δεδομένο αυτό, πριν ξεκινήσει καν η τριήμερη διαδικασία του Προϋπολογισμού – μάχη Μητσοτάκη/Τσίπρα από βήματος της Βουλής θα προστεθεί η βάπτιση του πυρός (δι αντιπροσώπου, βέβαια) της νέας ηγεσίας ΚΙΝΑΛ-ΠΑΣΟΚ: το τι λογής επιχειρηματολογία θα φέρει αυτή η πτέρυγα της Βουλής «επί εποχής Νίκου Ανδρουλάκη» θα έχει αρκετό ενδιαφέρον. [ Εντελώς άσχετο αλλ’ ενδεικτικό κλίματος: στην μόλις χθεσινή έντονη συζήτηση για τροπολογία περί ΕΥΠ και αναδιάρθρωση προσωπικού στον χώρο της ασφάλειας, οι τόνοι από πλευράς ΚΙΝΑΛ ήταν υψηλότεροι απ’ ό,τι και από ΣΥΡΙΖΑ: «ταύτιση του δήθεν επιτελικού Κράτους με το κομματικό […] ας ελπίσουμε ότι δεν θα μετασχηματισθεί σε παρακράτος»].

Αν όμως σταθεί κανείς λίγο πιο προσεκτικά στο ουσιαστικό φόντο της συζήτησης, θα δει για παράδειγμα ότι η άνοδος του πληθωρισμού ΚΑΙ στην Ελλάδα – που δεν είναι καθόλου σοφό να επιχειρείται να εξηγηθεί ως συνέπεια, μόνο, της εκτόξευσης των τιμών της ενέργειας ή/και να θεωρείται πρόβλημα λίγων ακόμη μηνών – λειτουργεί σαν Ιανός. Κατά ιδιότυπο τρόπο «βολεύει» ένας πληθωρισμός της τάξεως του 4%, προκειμένου να συγκρατείται στα σενάρια βιωσιμότητας το βάρος εξυπηρέτησης του πελώριου χρέους των 360+ δις ευρώ, που τρέχει με μέσο επιτόκιο στα περίχωρα του 1,5%. Όμως, την ίδια στιγμή, άμα εγκατασταθούν στην οικονομία πληθωριστικές προσδοκίες (οι οποίες είχαν σβήσει μετά το λιώσιμο των Μνημονίων) η αντίστροφη αρνητική λειτουργία εύκολα θα καταγραφεί: δείτε ήδη πόσο μη-διαχειρίσιμη είναι η υπόθεση της αύξησης του κατώτατου μισθού.

Επίσης όσα θα ακουσθούν για περιθώρια ασφαλείας που έχουν χτισθεί στον Προϋπολογισμό 2022, π.χ. για τις δαπάνες Υγείας άμα ξεφύγει η πανδημία, μάλλον πολιτική και όχι τεχνική λειτουργία θα έχουν. Να το πούμε πιο ξεκάθαρα: την ώρα που θα ψηφίζεται, ο Προϋπολογισμός 2022 κινδυνεύει να είναι ξεπερασμένος από τις εξελίξεις – και, τους πρώτους μήνες του 2022, να χρειαστεί σοβαρό φρεσκάρισμα.

Δεν είναι ασύνδετο μ’ αυτό το γεγονός της διστακτικότητας των οίκων αξιολόγησης να «χαρίσουν» στην Ελλάδα/στα Ελληνικά ομόλογα μιαν ακόμη βαθμίδα πλησιέστερη προς το investment grade. (Δηλητηριώδες, επιπρόσθετα, το επιχείρημα  που διακινείται ότι κάτι τέτοιο οφείλεται – και – στο ενδεχόμενο πολιτικής αστάθειας, με τις πολυδιαφημισμένες δίδυμες εκλογές ώστε να «καεί» η απλή αναλογική να φέρνουν ήδη στα μάτια των ξένων, που δεν είναι αρκετά μπαρουτοκαπνισμένοι στα Ελληνικά πολιτικά πράγματα, προοπτική ακυβερνησίας).

Πάντως, την ίδια στιγμή που θα κλείνει η συζήτηση για τον Προϋπολογισμό 2022, θα έχουμε και τα μαντάτα για το αν και πώς η ΕΚΤ θα συνεχίσει την στήριξη της προς τα Ελληνικά ομόλογα, μετά την λήξη του έκτακτου Προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης PEPP την άνοιξη της ερχόμενης χρονιάς: θα προχωρήσει η ένταξη των μη-επιλέξιμων Ελληνικών ομολόγων για το τακτικό πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης ΑΡΡ με μια πατέντα, για την ανανέωση των όσων από τα 35 δις Ελληνικού χαρτιού λήγουν εις χείρας της ΕΚΤ, με το να «λαμβάνει» η Ελλάδα και κάτι από το περιθώριο που θα αφήνουν οι λήξεις άλλων χωρών;