Άγις Μ. Παπαδόπουλος,

καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής ΑΠΘ, πρόεδρος ΕΥΑΘ ΑΕ

Συνέντευξη στον Κώστα Μπλιάτκα

 

Αναπλάθοντας τα κτήρια και τις πόλεις του μέλλοντός μας

 

«Σήμερα απαιτείται η συνολική προσέγγιση της ανάπλασης του κτηρίου, που θα συνεκτιμά τους απολύτως καθοριστικούς παράγοντες ασφαλείας, όπως είναι η πυρασφάλεια και η αντισεισμικότητα, αλλά και η τόσο αναγκαία για το αστικό μας τοπίο αρχιτεκτονική θεώρηση των όψεων, ώστε τα “καινούργια” κτήρια να αποτελούν τοπόσημα για τις πόλεις μας»

 

Γιατί τα τελευταία χρόνια γίνεται τόσος λόγος για τη μεταμόρφωση των κατοικιών και για την ποιότητα και την αισθητική τους;

Περνάμε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας μέσα σε κτήρια – ακόμη και προ κορονοϊού περνούσαμε περίπου το 70% του χρόνου μας σε αυτά, τον τελευταίο χρόνο ίσως περισσότερο από 90%. Οι συνθήκες που επικρατούν στο εσωτερικό τους, δηλαδή η θερμική άνεση, η ποιότητα του αέρα, η ποιότητα του φωτισμού και η ακουστική, επηρεάζουν την ευεξία μας, την παραγωγικότητά μας και, εν τέλει, την υγεία μας. Για να διασφαλιστούν οι συνθήκες αυτές απαιτείται η κατανάλωση όχι ευκαταφρόνητων ποσοτήτων ενέργειας: περίπου το 40% της συνολικής ενέργειας που καταναλώνεται στην Ελλάδα και στην Ευρώπη αφορά κτήρια.

 

Στην Ελλάδα πιστεύετε ότι έχουμε μείνει πίσω, κ. Παπαδόπουλε;

Είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι το κτηριακό απόθεμα της Ελλάδας, όπως άλλωστε και όλης της Ευρώπης, είναι μιας σεβάσμιας ηλικίας, ενώ ο ρυθμός κατασκευής νέων κτηρίων είναι σχετικά μικρός. Μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις που ανακύπτουν επομένως για την υλοποίηση των φιλόδοξων στόχων της ενεργειακής μετάβασης της Ευρώπης είναι η εκ βάθρων ανακαίνιση, ή αλλιώς η ανάπλαση, των κτηρίων μας, με συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους για την τρέχουσα δεκαετία και με τον απώτερο στόχο το σύνολο του κτηριακού αποθέματος να είναι σχεδόν μηδενικής κατανάλωσης ως το 2050. Αυτός ο στόχος είναι και η ουσία του Renovation Wave, του κύματος ανακαίνισης, ως νέας μεγάλης ευρωπαϊκής πολιτικής.

Στην Ελλάδα έχουν δρομολογηθεί, ήδη από το 2010, δράσεις για το πρώτο στάδιο της αναβάθμισης, που εστιάζουν κυρίως στη βελτίωση της ενεργειακής συμπεριφοράς του κτηριακού κελύφους, με παρεμβάσεις όπως η αναδρομική θερμομόνωση, αντικατάσταση κουφωμάτων, στον εκσυγχρονισμό των συστημάτων θέρμανσης και κλιματισμού, με αντικατάσταση των παλιών με νέα συστήματα πολύ υψηλής απόδοσης, αλλά και στη χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, με έμφαση στα ηλιακά συστήματα και τη γεωθερμία. Και είναι αλήθεια ότι την τελευταία δεκαετία περισσότερες από 100.000 κατοικίες, κτήρια γραφείων και ξενοδοχεία έχουν αναβαθμιστεί ενεργειακά.

Ωστόσο, για να πετύχουμε τους στόχους μας, πρέπει η προσπάθεια αυτή να διευρυνθεί, αναβαθμίζοντας 600.000 κατοικίες ως το 2030, και να εμβαθυνθεί, στοχεύοντας σε μια ριζική ανακαίνιση ολόκληρων κτηρίων, με χρήση των νέων τεχνολογιών που είναι διαθέσιμες.

 

Πώς αναπλάθεται η όψη ενός κτηρίου και τι ρόλο παίζουν οι νέες τεχνολογίες του είδους;

Η όψη ενός κτηρίου αποτελεί την επιδερμίδα του, την επιφάνεια διάδρασής του με το περιβάλλον, αλλά και την ταυτότητά του. Η ουσιαστική ανάπλασή της μπορεί να περιλαμβάνει προηγμένα υλικά, που να αποτρέπουν την υπερθέρμανση του εσωτερικού του κτηρίου, όπως είναι τα ψυχρά υλικά και τα υλικά αλλαγής φάσης, ή ακόμη και να ενσωματώνει ηλιακά συστήματα, φωτοβολταϊκά στοιχεία και θερμικούς συλλέκτες νέας γενιάς, που αξιοποιούν περισσότερο τη διάχυτη ηλιακή ακτινοβολία, ώστε να καλύπτεται μέρος της κατανάλωσης του κτηρίου. Παράλληλα βέβαια, θα πρέπει να διασφαλίζεται η σωστή ηλιοπροστασία –κάτι απολύτως απαραίτητο για την περιοχή της Μεσογείου– και να διευκολύνεται ο εξαερισμός, φυσικός ή μηχανικός, τη σημασία του οποίου η πανδημία ανέδειξε τόσο δραματικά.

Ανάλογα υλικά και συστήματα υπάρχουν ήδη στην αγορά, ενώ η επόμενη γενιά των τεχνολογικών λύσεων μελετάται και σχεδιάζεται σε ερευνητικά εργαστήρια της βιομηχανίας και των πανεπιστημίων σε όλη την Ευρώπη. Αξίζει δε να αναφερθεί ότι ο κλάδος αυτός στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα δραστήριος, με καινοτόμες τεχνολογίες να αναπτύσσονται από συνεργασίες πανεπιστημίων και βιομηχανιών και να βρίσκουν τον δρόμο προς τη μεγάλη, ενιαία ευρωπαϊκή αγορά. Η ενεργειακή ανάπλαση του κτηριακού αποθέματος της Ελλάδας και της Ευρώπης αποτελεί μια εξαιρετική ευκαιρία για την ανάπτυξη της οικονομίας και του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας.

Αυτό που δεν πρέπει να παραβλέπεται είναι ότι η εφαρμογή όλων αυτών των τεχνολογιών προϋποθέτει τη σε βάθος μελέτη και την ολιστική προσέγγιση κάθε κτηρίου. Απαιτείται η δυναμική ανάλυσή του, ώστε να διασφαλίζεται η καλή απόδοση του κτηρίου όλες τις εποχές του χρόνου και για ένα μεγάλο εύρος συνθηκών, και απαιτείται ακόμη η ανθρωποκεντρική προσέγγιση των συνθηκών εσωτερικού περιβάλλοντος, ώστε να είναι οι πραγματικοί άνθρωποι ευχαριστημένοι – και όχι ο στατιστικά μέσος χρήστης.

Μπορούν τα νέα κτήρια να είναι τα επόμενα «τοπόσημα»;

Γενικά, απαιτείται η συνολική προσέγγιση της ανάπλασης του κτηρίου, που θα συνεκτιμά τους απολύτως καθοριστικούς παράγοντες ασφαλείας, όπως είναι η πυρασφάλεια και η αντισεισμικότητα, αλλά και η τόσο αναγκαία για το αστικό μας τοπίο αρχιτεκτονική θεώρηση των όψεων, ώστε τα «καινούργια» κτήρια να αποτελούν τοπόσημα για τις πόλεις μας.

Το δομημένο περιβάλλον αποτελεί το ανθρωπογενές μας οικοσύστημα, αλλά και την παρακαταθήκη μας για τις επόμενες γενιές. Η δυνατότητα ανάπλασης των κτηρίων, και δι’ αυτής των πόλεών μας, αποτελεί μια πρόκληση που δεν μπορούμε να αφήσουμε αναξιοποίητη.