Οικονομική Επιθεώρηση, Iανουάριος 2021, τ. 1002

ANAΛΥΣΗ του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

To 2021 σε αναζήτηση αντοχών

Επιμονή της πανδημίας, απειλή (ήδη) δημοσιονομικού εκτροχιασμού, κλιμάκωση του τουρκικού αναθεωρητισμού: δυσάρεστο μείγμα

Βασικό χαρακτηριστικό της φετινής αλλαγής χρονιάς, το κλείσιμο λόγω συνέχισης της πανδημίας του κορονοϊού. H εμμονή της υγειονομικής ανησυχίας σ’ όλη τη διάρκεια του Νοεμβρίου και τις αρχές Δεκεμβρίου δεν έσβησε μόνο τα αντανακλαστικά αυτοεπιβράβευσης από τα πρόσωπα των υπευθύνων, ανέβασε και την ένταση του δεύτερου lockdown, μέρες γιορτών. Με ανησυχία, με προσοχή και με click away η φετινή εορταστική εμπειρία…

Περισσότερες από μία φορές στην παρατεταμένη δεκαετία που πέρασε –ξεκίνησε ουσιαστικά το 2009, όταν η Ελλάδα προσέκρουσε στον σκόπελο της κρίσης χρέους· ελπίζεται ότι θα τελειώσει μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2021 με την υπόσχεση/προσδοκία του εμβολίου για την Covid-19 να κλείνει(;) τον κύκλο της πανδημίας– είπαμε το, ανθρώπινο πλην εκ των υστέρων άσοφο, «πέρασαν τα χειρότερα, πάμε για ένα καλύτερο αύριο». Θεωρήσαμε annus horribilis το 2009, όπου καλωσορίσαμε το Μνημόνιο-1· το 2011, όπου εξαντλήθηκαν οι ανοχές/αντοχές της κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος· το 2012, όπου κατέρρευσε το παλιό πολιτικό σύστημα, καλωσορίσαμε το Μνημόνιο-2, υπονομεύθηκε η κοινωνική συνοχή· το 2015, όπου είχαμε τη δεύτερη πρόσκρουση σε μεγαλύτερο σκόπελο, το παρ’ ολίγον Grexit, τα capital control και «στο νήμα» το Μνημόνιο-3· το 2018 με τη φρίκη της πυρκαγιάς στο Μάτι (με νωπή τη μνήμη των πλημμυρών Νοεμβρίου 2017 στη Μάνδρα)· τώρα το 2020, με την Covid-19 που επιμένει, αλλά και τη σημαντική επιδείνωση των ελληνοτουρκικών με την αναβαθμισμένη αναθεωρητική/διεκδικητική στάση της Άγκυρας και την ψυχρή συμπεριφορά των Ευρωπαίων «εταίρων». Κάθε φορά, πεισματικά, η επόμενη φάση προέκυπτε βαρύτερη.

Η ανησυχία για τις οικονομικές προοπτικές

Μια πρώτη ματιά, στην αλλαγή του χρόνου, στο βομβαρδισμένο πεδίο της οικονομίας. Στο -11,7% του ΑΕΠ μας έχει υπολογίσει η ΕΛΣΤΑΤ τη βύθιση της οικονομίας σε ύφεση για το γ΄ 3μηνο της χρονιάς, σε σύγκριση με το ίδιο διάστημα του 2019. Στην Ελλάδα ζούμε, οπότε ακόμη και το ίδιο το νούμερο παρευθύς πολιτικοποιήθηκε: το είδαμε και στη συζήτηση για τον Προϋπολογισμό στη Βουλή, κι ας ήταν αραιοκατοικημένα τα έδρανα λόγω κορονοϊού. Από τα κυβερνητικά έδρανα η έμφαση δινόταν στο ότι τα αναθεωρημένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2019 και το α΄ 3μηνο της φετινής χρονιάς (+0,4% και όχι υποχώρηση -0,5%) καταγράφηκαν τελικώς ευνοϊκότερα, άρα οι αιτιάσεις κατά της κυβέρνησης ότι είχε φέρει την οικονομία σε ύφεση πριν καν χτυπήσει η πανδημία του κορονοϊού διαψεύδονται· συν ότι η υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας συνολικά το 9μηνο παρέμενε μονοψήφια (στο -8,5%). Από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ, πάλι, σημειωνόταν ότι η υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας συνεχίζεται, με εντονότερη την υποχώρηση των εξαγωγών (αγαθών και υπηρεσιών) και συνεχιζόμενη μείωση των επενδύσεων, που κατατάσσουν την Ελλάδα στη χειρότερη θέση της ΕΕ.

Η ουσία όμως βρίσκεται βέβαια αλλού: το γ΄ 3μηνο της «χρονιάς του κορονοϊού» περιλαμβάνει το διάστημα Ιουλίου-Σεπτεμβρίου, οπότε και η τουριστική δραστηριότητα απέδωσε ό,τι ήταν να αποδώσει, αλλά και η βιαιότητα της πανδημίας είχε ανακοπεί στον υγειονομικό τομέα (ενώ βρισκόταν η κοινωνία και η οικονομία εν μέρει εκτός lockdown). Το δ΄ 3μηνο, δηλαδή αυτό που ήδη τελειώνει, είναι εκείνο που υφίσταται τόσο το δεύτερο κύμα της πανδημίας όσο και τη δεύτερη βύθιση της double-dip ύφεσης. Με την (αναγκαστική, αναπόφευκτη όπως πήγαν άσχημα τα πράγματα στο υγειονομικό πεδίο) συνέχιση των περιοριστικών μέτρων και μέσα στις γιορτές, με μόνο ένα click away για παρηγοριά της αγοράς, οι προοπτικές είναι σκοτεινές. Όσο για την πρόβλεψη του ΥΠΟΙΚ για την ύφεση του συνόλου του 2020 στο -10,5% (αυτή έχει ενσωματωθεί στον ψηφισθέντα Προϋπολογισμό 2021, άλλωστε), περιλαμβάνει ισχυρότατη δόση αισιοδοξίας.

Κατά τα άλλα, εκείνο το σημείο που χρειάζεται να κρατήσει κανείς από μια μάλλον ανέμπνευστη συζήτηση για τον Προϋπολογισμό 2021 είναι η υπερπροσεκτική τοποθέτηση του υπουργού Οικονομικών Χρήστου Σταϊκούρα: ότι η χρονιά θα είναι μεν χρονιά δημοσιονομικής ευελιξίας, πλην όμως με τίποτε δεν θα αφεθεί να προκύψει δημοσιονομικός εκτροχιασμός. Έχουν ήδη ληφθεί μηνύματα Βρυξελλών/ενισχυμένης εποπτείας; Πάντως, ήδη ο αναπληρωτής ΥΠΟΙΚ Θοδωρής Σκυλακάκης επεσήμαινε εδώ και καιρό ότι η (αναγκαστική) δημοσιονομική επέκταση σήμερα είναι φόροι του αύριο…

Η εικόνα στη γεωπολιτική σκακιέρα

Στο σκηνικό αυτό, που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής των ανθρώπων στην πλευρά ετούτη του κόσμου, έρχεται –αναπόδραστα– να προστεθεί η αναταραχή/ανασφάλεια που έχει εγκατασταθεί στη γεωπολιτική σκακιέρα. Με την αύξηση της έντασης στα ελληνοτουρκικά και την επί μήνες διεκδικητική στάση της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο περί το Καστελόριζο, αλλά και στο τόξο που ξεκινάει απ’ εκεί και προχωρεί νοτίως της Ρόδου, της Κάσου, της Καρπάθου, της Κρήτης. Μια κατάσταση που επιβαρύνεται από τη σταθερή πλέον προβολή πρόσθετων τουρκικών θέσεων ουσιαστικού αναθεωρητισμού: η πρόσφατη ανακίνηση θέματος αφοπλισμού Σαμοθράκης-Λήμνου-Χίου-Σάμου-Τήλου-Χάλκης είναι απλώς ένα νέο βήμα. Δεν στρώνεται ευχάριστα το τραπέζι των όποιων διερευνητικών Ελλάδας-Τουρκίας, για τις οποίες πιέζει η ΕΕ.

Να το πούμε: το 2020 έφυγε με μια άσχημη ψυχρολουσία. Επί μήνες και μήνες χτιζόταν η προσδοκία ότι η ΕΕ θα λειτουργούσε ως μηχανισμός ανάσχεσης των τουρκικών κινήσεων, με επιβολή (ή, έστω, απειλή) κυρώσεων κατά της Άγκυρας, με εφαρμογή (ή, έστω, σύσταση περί επιβολής) εμπάργκο όπλων προς αυτήν. Μετά από διαδοχικές ευρωσυζητήσεις, η Κορυφή της 10ης/11ης Δεκεμβρίου αποκαρδίωσε.

Στα Συμπεράσματα της Κορυφής όντως καταγράφηκαν αρνητικές κρίσεις της ΕΕ για τις «μονομερείς πράξεις και τις προκλήσεις» και την «κλιμάκωση της ρητορικής» της Τουρκίας. Καταγράφεται όμως θετικά η απόσυρση του Ορούς Ρέις και διατυπώνεται «επιμονή [της ΕΕ] στη σταθερή αποκλιμάκωση», ώστε να «επαναληφθούν συντόμως και να συνεχισθούν απρόσκοπτα άμεσες διερευνητικές επαφές μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας». Όχι και τόσο υποβοηθητική η διατύπωση!

Κατά τα άλλα, επαναλαμβάνεται «το στρατηγικό συμφέρον της ΕΕ να αναπτυχθεί συνεργατική και αμοιβαίως επωφελής σχέση με την Τουρκία», με επαφές υψηλού επιπέδου και συζητήσεις περί του μεταναστευτικού. Λέγονται βέβαια ορισμένα περί κυρώσεων («περιοριστικών μέτρων») και αναφέρεται ως νέα προοπτική ο Μάρτιος 2021, γίνεται μνεία και της διεθνώς αποκηρυγμένης κίνησης της Τουρκίας στα Βαρώσια και διατυπώνονται ευχές για το μέλλον του Κυπριακού: δύσκολα η Κορυφή της ΕΕ θα παρεξέκλινε από θέσεις Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ!…

Τέλος, επαναφέρθηκε και η πρόταση για «πολυμερή συνδιάσκεψη για την Ανατολική Μεσόγειο».

Οι ευρωπαϊκές προτεραιότητες

Όχι πολύ υποστηρικτική η ΕΕ σ’ αυτή τη φάση. Βέβαια, στις προτεραιότητες της Κορυφής επικρατούσαν εντελώς άλλα ζητήματα. Πρώτα-πρώτα, το ξεκλείδωμα των χρηματοδοτήσεων Προϋπολογισμού/Πολυετούς Χρηματοδοτικού Πλαισίου και Ταμείου Ανάκαμψης, συνολικού ύψους 1,8 τρισ. ευρώ, αφού πρώτα προσπεράστηκαν οι αντιρρήσεις/βέτο Ουγγαρίας και Πολωνίας και τους προσφέρθηκε διέξοδος: για να θεωρηθεί ότι υφίσταται «παραβίαση του κράτους δικαίου» (που θα μπλόκαρε τις χρηματοδοτήσεις προς τις χώρες αυτές…) θα χρειάζεται πρώτα απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, αλλά και διεξοδικός διάλογος, με δεσμεύσεις της Επιτροπής κοκ.

Ο συνδυασμός αυτός ρεαλισμού –ποιος θα ‘θελε να καθυστερήσουν κι άλλο οι χρηματοδοτήσεις– και βυζαντινισμού περί τα θέματα αρχών ήταν λογικό να φέρει το θέμα πρώτο στην προσοχή των ευρωπαϊκών ηγεσιών. Από δίπλα έτρεχε άλλωστε και το ζήτημα της πανδημίας του κορονοϊού, με καλές προθέσεις για συντονισμό των lockdown ανά την ΕΕ, αλλά και για την υλοποίηση των εμβολιασμών με έμφαση στην ενημέρωση, την ίση πρόσβαση κοκ.

Αν όμως τα ζητήματα αυτά είχαν πρόδηλη προτεραιότητα για τους ηγέτες των «27», ακόμη πιο σημαντικό ήταν γι’ αυτούς, και δη για τη γερμανική προεδρία, το μέτωπο της κλιματικής αλλαγής. Εδώ, με φόντο άλλωστε την επάνοδο των ΗΠΑ στη Συμφωνία των Παρισίων (ήδη ηλικίας 5 ετών…), η ΕΕ έδειξε μαγεμένη από την ίδια της την αποφασιστικότητα να αναβαθμίσει τις φιλοδοξίες της ως προς το κλίμα με τρόπο που «να τονώνει την ανάπτυξη, να δημιουργεί θέσεις εργασίας, να έχει υγειονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη για τους πολίτες». Συγκεκριμένα, έγινε δεκτός στόχος μείωσης μέχρι το 2030 των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου κατά 55% (έναντι συμφωνημένου 40%), με έκδοση «Πράσινου Ομολόγου» και συνολικά επενδύσεις 1 τρισ. ευρώ για το περιβάλλον με συμμετοχή της ΕΤΕπ μέχρι το 2030.

Προσθέσετε και τη μείζονα εκκρεμότητα του Brexit. Πού καιρός για Ελλάδα-Κύπρο;