«3,5% ρυθμός ανάπτυξης»; Από την Έκθεση Πισσαρίδη στο Εθνικό Σχέδιο Σκυλακάκη

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Ένα πολιτικά φορτισμένο επιχείρημα μας επισημάνθηκε για να αποκρουσθεί η δυσπιστία του χθεσινού μας σημειώματος, που έθετε το ερώτημα αν είναι, αλήθεια, πειστική η στόχευση για μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης της Ελλάδας 3,5% επί μια δεκαετία, και τούτο «στην Ελλάδα που ξέρουμε». Λέει το επιχείρημα αυτό ότι αν δεν βρεθούμε ΟΥΤΕ αυτή την φορά, όπως π.χ. δεν βρεθήκαμε όταν ως χώρα είχαμε στην διάθεσή μας τα διαδοχικά πακέτα Ντελόρ, Σαντέρ, ΕΣΠΑ κοκ (και δεν αλλάξουμε παραγωγικό πρότυπο, απλώς αυξήσαμε ζωηρά τις εισαγωγές), ούτε όταν χάρις στο κλείδωμα της δραχμής στην ΟΝΕ περάσαμε σε ασύγκριτα χαμηλά επιτόκια (που μετατρέψαμε σε φούσκα ακίνητων και ανάφλεξη κατανάλωσης, μαζί και με ένα βουνό δανεισμού), ΤΟΤΕ η Ελλάδα θα έχει χάσει οριστικά το τραίνο. Λέει, δηλαδή, αυτό το επιχείρημα ότι η «Ελλάδα οφείλει να γίνει αγνώριστη».

Καλή η πρόθεση, καλή και η υποκρυπτόμενη βουλησιαρχία. Όμως… δεν αρκεί! Άλλωστε, όταν και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δίδαξε ότι «θα τους ρίξω στο νερό, θα μάθουν να κολυμπάνε», ασφαλώς έμεινε πίσω ως κεκτημένο η συμμετοχή στην ΕΕ – αλλά η παραγωγική βάση της χώρας, που ήταν υπαρκτή έστω και κλονισμένη, εξαχνώθηκε τουλάχιστον η βιομηχανία. Όταν δε ο Ανδρέας Παπανδρέου, με τα ΜΟΠ και την Πολιτική Συνοχής της ΕΕ πόνταρε ότι η χρηματοδοτημένη διαρθρωτική προσαρμογή θα οδηγούσε την Ελλάδα σε ουσιαστική Ευρωπαϊκή σύγκλιση, πάλιν είδαμε τι προέκυψε. Η διαρθρωτική προσαρμογή δεν έρχεται επειδή ΠΡΕΠΕΙ, ούτε επειδή ΜΠΟΡΕΙ.

Πάμε, τώρα, σ’ ένα άλλο πεδίο: μεταξύ Έκθεσης Πισσαρίδη και Εθνικού Σχεδίου Σκυλακάκη, που ήδη έχει υποβληθεί στις Βρυξέλλες μεσολαβούν τουλάχιστον επίπεδα εφικτότητας. Το πρώτο έχει να κάνει με το αν κλάδος-κλάδος, παρέμβαση- παρέμβαση, μεταρρύθμιση-μεταρρύθμιση, τα στοχευόμενα από το Εθνικό Σχέδιο μπορούν να κουβαλήσουν την αλλαγή που τους ζητείται (και, έστω, τους χρηματοδοτείται και τους καθίσταται θεσμικά διαθέσιμη). Θα στήσουμε πρόγραμμα ευρύτατης ανακύκλωσης. θα προχωρήσουμε ταχύτατα τις ανανεώσιμες. θα ψηφιοποιηθεί διεξοδικά το Κράτος, τώρα που έπεσαν οι αντιστάσεις χάρις στον Covid μας. θα περάσουμε σε γεωργία ακριβείας. θα αναπτυχθεί ο τομέας της Υγείας και του φαρμάκου. θα διασυνδεθεί η έρευνα στα ΑΕΙ με την παραγωγή. θα επιταχυνθεί η απονομή της Δικαιοσύνης. Μια στιγμή, όμως! Η μετάβαση από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση – εκτός από πολιτική βούληση και λαμπρή επικοινωνιακή στήριξη – πώς θα εξασφαλισθεί; Ποιος θα πει στον δικαστή (που του δώσαμε όντως κομπιούτερ και πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων και ψηφιακά τις προτάσεις ή τα υπομνήματα) ότι θα έχει βγάλει απόφαση σε 45 μέρες; Ποιος θα πείσει τον γεωργό να πληρώσει για  τα πολλά υποσχόμενα μηχανήματα ή την τεχνογνωσία και να περιμένει στο τέλος της καλλιεργητικής περιόδου να δει τι πέτυχε; Βλέπουμε στην Υγεία να καλούνται οι γιατροί-χειροκροτούμενοι, βέβαια! – να αλλάξουν πεδίο, αλλά με τι θεσμική κατοχύρωση θα έρθουν σε ένα νέο ΕΣΥ; Ποιος θα πείσει νοικοκυρές και παιδιά να κάνουν πράξη την ανακύκλωση; Ποιος θα ξεθεμελιώσει τα καθηγητικά στεγανά της έρευνας στα ΑΕΙ; Αν πίσω απ’ όλα αυτά και τόσα άλλα υπάρχει η ιδέα «θα γίνουν υποχρεωτικά, είτε από την πίεση της αγοράς, είτε με την επιβολή του νομοθέτη», ας το ξανασκεφτούμε…

Το δεύτερο, το έχουμε ξαναπεί διεξοδικά, έχει να κάνει με τις διαδικασίες και – ιδίως – με τις χρονικές παγίδες του Ταμείου Ανάκαμψης. Θα χρηματοδοτήσει έργα και πρωτοβουλίες και μεταρρυθμίσεις στο μέτρο που οι δαπάνες και η φυσική εκτέλεση έργων και δράσεων θα αποδεικνύεται ότι πιάνουν τους στόχους – εξειδικευμένους, όχι γενικούς: ΧΨΖ% μείωση των στερεών αποβλήτων; ΨΧΡ% μείωση του ενεργειακού κόστους, Χ μήνες μείωση της μέσης αναμονής για εκδίκαση προσφυγών Ψ τύπου; – και μάλιστα ότι θα έχουν δαπανηθεί οι πόροι σε πέντε χρόνια και θα έχουν ολοκληρωθεί οι δράσεις Ό,τι υποβάλλουν τα υπουργεία, ό,τι εγκρίνει και προωθεί η Επιτροπή Σκυλακάκη θα κινείται κάτω από αυτήν την απειλή. Της ολοκλήρωσης ΚΑΙ της ανταπόκρισης στους στόχους που θα έχουν τεθεί.

Το τρίτο πεδίο έχει να κάνει με την τρομερή εκείνη λέξη που όλοι θεωρούμε ότι ανήκει στο παρελθόν: το χρέος. Ναι μεν οι αγορές μας δανείζουν σήμερα φθηνά. Τόσο που… ο δανεισμός από τα κονδύλια κρίσης του ESM ή και το ίδιο το δανειακό τμήμα του Ταμείου Ανάκαμψης (θυμίζουμε: 12,5  δάνεια, έναντι 19,5 grants) να δείχνει λιγότερο ελκυστικό απ’ ό,τι πριν λίγους καν μήνες. Α, ναι, και η μόχλευση με πρόσθετο δανεισμό του ιδιωτικού τομέα προσδοκάται να «σηκώσει» πρόσθετα κεφάλαια, κι όλα αυτά να χτίσουν την υπέροχη υπόσχεση του 3,5% ανάπτυξης μέχρι και το 2030. Όμως, μια στιγμή! Όλα τα δανεικά δεν θάρχονται να αθροίζονται στο χρέος; Μέχρι που/μέχρι πότε οι αγορές θα προσπερνούν την εικόνα μιας χώρας με χρέος στο 210% του ΑΕΠ, στο 220% του ΑΕΠ – προτού, υποτίθεται ότι θα αρχίσει ο παρονομαστής να απογειώνεται (με τον 3,5% ανάπτυξη κάθε χρόνο); Ήδη στην Κυβέρνηση αναζητούν τρόπο ώστε να μην «μετράνε» τα κονδύλια αυτής της εποχής στον υπολογισμό του χρέους και τραυματισθεί η βιωσιμότητά του. Θα συμφωνήσει ο ESM; (έχει δώσει μήπως σιωπηρές διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις;). Και το ΔΝΤ, δεν θα έχει γνώμη; Οι rating agencies θα δεχθούν αύριο την Ελλάδα ως αξιόχρεη όπως την Ιαπωνία, με βουνό χρέους; (Βέβαια, ο Γιάννης Στουρνάρας διαβεβαιώνει ότι μέχρι το 2030 το χρέος είναι βιώσιμο με την τωρινή δυναμική του).

Ο Θ. Σκυλακάκης δείχνει κάτι να έχει δει, στο βάθος, απ’ αυτήν την αβεβαιότητα, προαναγγέλλοντας φορολογική επαναφορά με την λήξη της πανδημίας. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος ομοίως, αναφερόμενος σε κίνδυνο νέου Μνημονίου. Ένα ενδιάμεσο δικό μας συμπέρασμα, για τις μέρες και εβδομάδες που θα ακολουθήσουν: Ένα λειτουργικό πρόγραμμα/σχέδιο – η επιλογή 10ετούς ορίζοντα είναι αρκετά παλιακή  και, πλέον, ακόμη και τα 5ετή πλάνα δεν έχουν μεγάλη ελκυστικότητα, όσο κι αν η Βρυξελλιανή λογική τον έχει ενσωματώσει τον μακροπρόθεσμο, καθαρά ενδεικτικό όμως  σχεδιασμό – προϋποθέτει, σε κάθε τομέα/κλάδο για τον οποίο επισημαίνεται ότι έχει/ότι μπορεί να έχει συγκριτικό πλεονέκτημα  να εξασφαλίζεται (α) ότι ο κλάδος αυτός μπορεί να αποδώσει εκείνο που του ζητούμε να κουβαλήσει ή να δημιουργήσει, (β) σε χρονικά  ωφέλιμο πλαίσιο, (γ) η απαραίτητη υποδομή να ακολουθεί, αν μη να προηγείται και (δ) η διαλαλούμενη μεταρρυθμιστική στήριξη να ισχύει στην πράξη.

Καθώς απομένουν αρκετοί μήνες ακόμη, ίσως θα άξιζε ο Κυριάκος Μητσοτάκης να ανασύρει το αντίστοιχο 5τές που είχε διαμορφώσει, επιστρατεύοντας τότε McKinsey και ΙΟΒΕ, η Κυβέρνηση της άνοιξης του 2014 που νόμιζε ότι έβγαινε από τα Μνημόνια – Κυβέρνηση που δεν ήταν ακριβώς αντίθετη προς την σημερινή, όχι; Τότε, θυμόμαστε, χωρίς δε να υπάρχει διαθέσιμη χρηματοδότηση όπως τώρα του Ταμείου Ανάκαμψης, οι Βρυξέλλες είχαν δείξει ιδιαίτερα θετική διάθεση. Ακριβώς επειδή αυτά τα προαπαιτούμενα (α) έως (δ) καταδείχθηκε ότι τηρούνταν.

Τώρα;