40 χρόνια και 7 εβδομάδες: τι ακριβώς γιορτάζουμε;

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Παραδοσιακά, οι επέτειοι γεγονότων που θεωρούνται ότι έχουν κάποια σημασία γιορτάζονται σε στρογγυλά νούμερα. Όμως, η 40ή επέτειος από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ – ήδη ΕΕ – ή μάλλον τα 40 χρόνια από την έναρξη ισχύος της Πράξης Προσχώρησης της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (ΕΟΚ-ΕΚΑΧ-Ευρατόμ), που υπογράφηκε πανηγυρικά στο Ζάππειο τον Μάιο 1979 μετά από διαπραγματεύσεις που είχαν ξεκινήσει τον Ιούλιο του 1976, προσπεράστηκε την 1η Ιανουαρίου 2021 με άκρα κριτικότητα. Και οι πλέον ένθερμοι Ευρωπαϊστές δεν την κατέγραψαν. Σήμερα δε, μόνον δηλαδή 40 χρόνια και 7 εβδομάδες μετά την 1/1/1981, θα τιμηθεί η επέτειος με ειδική συνεδρίαση στην. Βουλή των Ελλήνων. Βέβαια η επέτειος δεν αξιώθηκε Ολομέλεια, αλλά Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων: προεδρεύων ο Νικήτας Κακλαμάνης, με συμμετοχή Μίλτου Βαρβιτσιώτη – Μαργαρίτη Σχοινά (βιντεοπαρουσία) – Δημήτρη Παπαδημούλη, μετά από χαιρετισμό του ΠτΒ Κώστα Τασούλα, όχι ακριβώς το υψηλότερο επίπεδο. Αντισταθμιστικά, λέει, θα φωταγωγηθεί η πρόσοψη της Βουλής των Ελλήνων (συνέχιση του συρμού των φωταγωγήσεων, που ξεκίνησε για την 200ετία του 1821, με το λογότυπο των 40 χρόνων) ενώ κάτι πιο επίσημο επιφυλάσσεται για την 9η Μαΐου («Ημέρα της Ευρώπης»/«του Αγίου Ρομπέρ Σουμάν» κατά την φιλική ονομασία της ημέρας στην διάλεκτο των Βρυξελλών) , δηλαδή στα 40  χρόνια και 18 εβδομάδες. Στις προθέσεις του εορτασμού, «να τροφοδοτηθεί η δημόσια συζήτηση για τον απολογισμό των 4 δεκαετιών» και «να αναδειχθεί η ιστορική σημασία της ένταξης».

Ίσως όμως η πιο σημαντική απόδειξη της επιζητούμενης ανάδειξης «ιστορικής σημασίας κοκ» είναι, ακριβώς, ότι (και) αυτή η επέτειος προσπεράστηκε σαν κάτι το αυτονόητο, χωρίς πολλά-πολλά. Όχι απλώς η ένταξη/προσχώρηση στην ΕΕ, αλλά η σταθερή λειτουργία στα Ευρωπαϊκά πλαίσια, η αίσθηση Ευρωπαϊκής ρουτίνας: αυτό καταλήγει να είναι το βασικό απόκτημα της Ελλάδας των τελευταίων δεκαετιών. Τα – πολλά – ταρακουνήματα της διαδρομής, ενώ στην εποχή τους θεωρούνταν στιγμές αμφιβολίας και κινδύνου, ουσιαστικά δημιούργησαν την συγκολλητική ύλη των Ελλήνων στην «Ευρώπη». Η διακινδύνευση της αποσταθεροποίησης του 1988-91, η παρολίγον πρόσκρουση του 2019-20, η στενωπός των Μνημονίων με το 2012 και το 2015, η κρίση του Μεταναστευτικού/Έβρου του 2019 και  τώρα η πανδημία, αυτά ήταν τα αληθινά ορόσημα.

Όποιος προσπεράσει την εύκολη δοξαστική λιτανεία των προθέσεων Κωνσταντίνου Καραμανλή – του οποίου από τα τρία στοιχήματα που έβαλε με την πρωτοβουλία ένταξης, με την βοήθεια Ζισκάρ Ντ’ Εσταίν/Σμιτ, το ένα δεν δοκιμάστηκε αληθινά (η εμπέδωση της δημοκρατίας λόγω ΕΕ, δηλαδή η απόσειση του πειρασμού αυταρχικών εκτροπών στην Ελλάδα), το δεύτερο βγήκε προφητικό τώρα τελευταία (η σχετική κατοχύρωση της γεωπολιτικής θέσης, ως άμυνα στα ΕλληνοΤουρκικά), το τρίτο κρίνεται συνεχώς (η οικονομική ενσωμάτωση και ο Ευρωπαϊκός εκσυγχρονισμός) – βλέπει ότι μέσα από παρολίγον συγκρούσεις προχώρησε αληθινή ενσωμάτωση. Τι εννοούμε; Ότι , όταν ξεκινούσε –  θεσμικά/νομικά – η ένταξη επί ΠΑΣΟΚ ριζοσπαστικής φάσης Ανδρέα Παπανδρέου, πολλοί είχαν (και αρκετοί εκδήλωναν, όχι άδικα) σοβαρές επιφυλάξεις για το τι θα σήμαινε το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, ίδιο συνδικάτο», ή πάλι η λογική δημοψηφίσματος για την έξοδο. Όμως δεν άργησε, με την προσέγγιση της επαναδιαπραγμάτευσης, του (τότε!) Μνημονίου και εν συνεχεία των Μεσογειακών Προγραμμάτων, να συμμαζευτεί η πολιτική πρακτική, και μέσα στην δεκαετία του΄80 να γίνει, στα μάτια των Βρυξελλών, η Ελλάδα ο «πιο καλός ο μαθητής». Κυρίως όμως, με την ροή των κοινοτικών πόρων η ίδια η Ελληνική κοινή γνώμη ανακάλυψε την ΕΕ ως κάτι το… άμεσα συμφέρον, το θετικό. Όχι ακριβώς ιδεαλιστική η προσέγγιση, όμως πρόσδεση έφερε.

Η πρόσδεση αυτή άντεξε στην διατάραξη του οικονομικού εκτροχιασμού του τέλους της δεκαετίας του ΄80/των αρχών του ΄90! «Οι Βρυξέλλες» της εποχής Ντελόρ και οι Ευρωπαϊκές καγκελαρίες με πρώτο τον κύκλο Μιττεράν δεν ήθελαν ούτε καν να σκεφθούν την ιδέα μιας Ελληνικής αποτυχίας. Έτσι, όταν η Αθήνα δρομολογήθηκε προς συμμετοχή στην Ευρωζώνη – επί Κώστα Σημίτη, ασφαλώς, αλλά με Κωνσταντίνο Μητσοτάκη να έχει υπογράψει (Συνθήκη Μάαστριχτ, Φεβρουάριο 1992) και με Ανδρέα Παπανδρέου της προσγειωμένης περιόδου να έχει κάνει τα πρώτα βήματα προσαρμογής (μέχρι το 1995) είχαν επισυμβεί δυο εξελίξεις. Πρώτον, στην Ελλάδα είχε προκύψει διαχρονική αίσθηση Ευρωπαϊκού ανήκειν/Ευρωπαϊκού στοιχήματος. Δεύτερον στο Ευρωπαϊκό σύστημα – παρά τις ικανές επιφυλάξεις – είχε γίνει δεκτή η,  με διακυμάνσεις και προβλήματα, Ελληνική συμμετοχή ως πολιτική σταθερά.

Αυτή ήταν η φάση της ουσιαστικής ενσωμάτωσης. Αυτή εξηγεί γιατί στην συνέχεια άντεξε η Ελληνική συμμετοχή και του 2009-10 τον αληθινό εκτροχιασμό, και τα Μνημόνια, και το παρολίγον Grexit (βλέποντας τα πράγματα από την σκοπιά των «εταίρων» οι οποίοι κάποια στιγμή αισθάνθηκαν έναντι της Ελλάδας ευθέως δανειστές) ενώ και το Ευρωπαϊκό σύστημα δέχθηκε να κάνει ικανές εκπτώσεις προκειμένου να κρατηθεί η Ελλάδα «εντός» (όσο κι αν δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι συνειδητοποιήθηκε η βιαιότητα της πίεσης στους υπό διάσωση/bail-out Έλληνες).

Η δια πυρός και σιδήρου συνέχιση της Ευρωπαϊκής πορεία της Ελλάδας: αυτό είναι που, έστω και χωρίς πολλή όρεξη μέσα στην πανδημία, γιορτάζεται ως 40ετία.