Τι έγραφε η «Βιομηχανική Επιθεώρησις» για τη Σύνδεση της Ελλάδας με την Ε.Ο.Κ.

του Γιώργου Βαϊλάκη

Ήταν 30 Μαρτίου 1961, εξήντα ακριβώς χρόνια σαν σήμερα, όταν εξαγγέλθηκε η επίτευξη οριστικής συμφωνίας για τη Σύνδεση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, υπό τη μορφή τελωνειακής ένωσης. Οι διαπραγματεύσεις για τη Συμφωνία Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ άρχισαν στις 10 Σεπτεμβρίου 1959 και διήρκεσαν δύο χρόνια. Οι όροι της σύνδεσης είχαν διαμορφωθεί ώστε η Ελλάδα, με προϋπόθεση την επίτευξη ικανοποιητικής προόδου, να ενταχθεί μελλοντικά στους κόλπους της Κοινότητας ως πλήρες και ισότιμο μέλος.

Κάπως έτσι, η Ελλάδα έμελλε να γίνει το πρώτο συνδεδεμένο κράτος της ΕΟΚ – κάτι που αποτέλεσε στρατηγική επιλογή και βασική επιδίωξη των ελληνικών κυβερνήσεων υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή κατά την περίοδο 1955-1961. Σήμερα θεωρείται από αρκετούς ότι η τελική προσχώρηση της Ελλάδας ως πλήρες μέλος στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα το 1981 ήταν η υλοποίηση εκείνης της απόφασης του 1961 για τη σύνδεση με την ΕΟΚ, η οποία ανεστάλη από τη δικτατορία των συνταγματαρχών.

Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή για συμμετοχή στην ΕΟΚ των έξι μελών (Γαλλία, Δυτική Γερμανία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο) και όχι στην ΕΖΕ (Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελευθέρων Συναλλαγών), η οποία αποτελούσε το αντίπαλο δέος και βρισκόταν υπό τη βρετανική ηγεσία, ήταν σαφώς πιο ελκυστική. Βασικός λόγος ήταν ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να συμμετάσχει σε μια Κοινότητα βαριάς βιομηχανίας (επειδή δεν είχε), αλλά μπορούσε να συμμετάσχει σε μια Κοινή Αγορά. Επιπλέον, η ΕΟΚ έδινε έμφαση στο ζήτημα αγροτικών προϊόντων και αυτό ήταν ζωτικής σημασίας για την Ελλάδα.

Η συμφωνία περιελάμβανε 77 άρθρα και 20 συνημμένα πρωτόκολλα, με αντικείμενο την αντιμετώπιση των ιδιαιτέρων προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, προβλεπόταν η χρηματοδοτική βοήθεια με σκοπό την επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης και την ταχύτερη δυνατή εξυπηρέτηση του βιοτικού επιπέδου του ελληνικού λαού.

Ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής έσπευσε να δηλώσει το βράδυ της 30ής Μαρτίου: «Επιθυμώ να εξάρω την σημασίαν του γεγονότος, διότι τούτο αποδεικνύει αφ’ ενός μεν την πολιτικήν βούλησιν των εξ χωρών της ΕΟΚ όπως προχωρήσουν προς την ευρωπαϊκήν ενότητα, αφ’ ετέρου δε την επιθυμίαν των, όπως αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της Ελλάδος ως ευρωπαϊκής χώρας υπό ανάπτυξιν με μακράν παράδοσιν δεσμών μετά της Δυτικής Ευρώπης… Ο παραγωγικός κόσμος της χώρας και ολόκληρος ο ελληνικός λαός δέον να εντείνη την προσπάθειάν του, όπως, αξιοποιών τας δυνατότητας, αι οποίαι δια της συνδέσεως της Ελλάδος μετά της ΕΟΚ δημιουργούνται, επιτύχη ευχερέστερον και ταχύτερον την οικονομικήν του ανάπτυξιν».

Πάντως, οι διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν δεν ήταν ούτε σύντομες (όπως είδαμε), αλλά ούτε και τόσο εύκολες. Και σαν να μην έφτανε αυτό στις 19 Μαΐου 1961, μία δυσάρεστη έκπληξη περίμενε την ελληνική κυβέρνηση. Το συμβούλιο υπουργών των «Έξι» που συνήλθε στις Βρυξέλλες, δεν αποδέχθηκε τη συμφωνία που μονογραφήθηκε και ζήτησε νέες διαπραγματεύσεις σε ορισμένα σημεία. Οι δυσκολίες, ωστόσο, υπερνικήθηκαν και στις 12 Ιουνίου το συμβούλιο υπουργών της Ε.Ο.Κ. ενέκρινε την τελική μορφή της συμφωνίας. Και, ακολούθως, το μεσημέρι της Κυριακής 9 Ιουλίου 1961, στην Αίθουσα Τροπαίων της Βουλής, υπογράφτηκε επίσημα η συμφωνία σύνδεσης Ελλάδας-Ε.Ο.Κ.

Η αντιπολίτευση, πλην της Ε.Δ.Α. η οποία εξέφρασε ριζική αντίθεση, παρά τις διάφορες δευτερεύουσες επιφυλάξεις, επικρότησε την επιλογή της σύνδεσης με την Ε.Ο.Κ. Ο ελληνικός Τύπος, σχεδόν στο σύνολό του, πανηγύρισε για τη συμφωνία, εγκρίνοντας ανεπιφύλακτα τη σύνδεση με την Ε.Ο.Κ. «Πραγματικόν ορόσημον εις την πορείαν του ελληνικού έθνους, η σύνδεσις αυτή θα έχει τεραστίας οικονομικάς και πολιτικάς επιπτώσεις εις το εθνικόν μας μέλλον», έγραψε το «Βήμα». «Γέφυρα δια την πολιτικήν ενοποίησιν της Ευρώπης και της δημοκρατίας» αποκάλεσε την Ε.Ο.Κ. η «Βραδυνή», ενώ αντίθετα η «Αυγή» χαρακτήρισε τη συμφωνία «ξεπούλημα» και υποστήριξε ότι «το Έθνος δεν αναγνωρίζει την συμφωνίαν με την ΕΟΚ».

Η θέση που υιοθέτησε η «Βιομηχανική Επιθεώρησις» για τη Σύνδεση της Ελλάδας με την Ε.Ο.Κ. απείχε κατά πολύ από τους πανηγυρισμούς της εποχής, επισημαίνοντας τη σοβαρότητα του θέματος και τις δυσκολίες του εγχειρήματος της πλήρους ένταξης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Το κύριο άρθρο του Ιουνίου 1961 (τεύχος 320) υπό τον εύγλωττο τίτλο «Η Δοκιμασία της Συνδέσεως της Ελλάδος με την Κοινήν Αγοράν» είχε επισημάνει, μεταξύ άλλων: «Η σύνδεσίς μας με την Κοινήν Αγοράν, είναι τόλμημα. Και τα τολμήματα δεν είναι ποτέ ακίνδυνα. Δεν γνωρίζομεν αν και μέχρι τίνος βαθμού έχουν συνείδησιν αυτής της αληθείας η Κυβέρνησις και οι διαπραγματευθέντες τας συμφωνίας εντεταλμένοι της. Το άνισον εις την λεόντειον αυτήν σύμβασιν, δεν καταφαίνεται μεν εις τα υπογραφέντα έγγραφα, υπάρχει όμως εις τας αποστάσεις οικονομικοτεχνολογικής αναπτύξεως, που μας χωρίζουν από τους μελλοντικούς συνεταίρους μας και πρόβλημα μέγα αν αι προϋποθέσεις και αι προθεσμίαι, τας οποίας εξησφαλίσαμεν, θα επαρκέσουν εις το να απαλύνουν τας διαδικασίας προσαρμογής της οικονομίας μας προς τας συνθήκας, αι οποίαι θα προκύψουν κατά την λειτουργίαν της συνδέσεως (…). Το μόνον ευχάριστον είναι, ότι εξητμίσθησαν οι πανηγυρικοί τόνοι και εκόπασαν οι θόρυβοι, ένδειξις ότι αρχίζομεν να σοβαρευώμεθα με την σοβαρότητα του θέματος».

 

Αλλά και στο επόμενο κύριο άρθρο του Ιουλίου 1961 (τεύχος 321) με τίτλο «Αι Πρώται Ευοίωνοι Αντιδράσεις» γίνεται λόγος για τη Σύνδεση: «Εγράφομεν από της ιδίας αυτής σελίδος, εις το προηγούμενον τεύχος του περιοδικού, ότι την σύνδεσίν μας με την Κοινήν Αγοράν επετάχυναν πολιτικής φύσεως λόγοι, ολιγώτερον δε κοινωνικαί και οικονομικαί συνθήκαι και ανάγκαι (…). Αρχίζει τώρα, εν όψει των συμφωνιών των Βρυξελλών, να συνειδητοποιήται, ότι εκείνο που επετεύχθη εκεί, έπειτα από τριετείς δαπανηροτάτας βαττολογίας, δεν είναι τέλος, αλλά μόλις αρχή (…)».