H αποδόμηση των θεωρητικών βεβαιοτήτων επιταχύνεται

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Βραβείο Νόμπελ Οικονομικών του 2015 – με άξονα των μελετών του το Οιονεί Ιδεώδες Σύστημα Ζήτησης/Almost Ideal Demand System, συνολικά την προσέγγιση της κατανάλωσης υπό συνθήκες φτώχειας και την αντιστάθμιση από μέρους του Κοινωνικού Κράτους – ο Άνγκους Ντήτον διηρωτάτο, σε άρθρο γνώμης στον Monde στο κλείσιμο της φετινής χρονιάς, μήπως οι οικονομολόγοι της εποχής, προχωρώντας στην ανάλυσή τους σε θέματα πολιτικής (για τα οποία διαθέτουν περιορισμένη γνώση και αντίληψη) καταλήγουν να οδηγούν σε καταστροφικά αποτελέσματα.

Ο Ντήτον θεωρεί ότι η ματιά των οικονομολόγων έχει εγγενείς περιορισμούς και ελαττώματα. Δεν αρκείται να επισημάνει το αυτονόητο – ότι οι οικονομολόγοι, συνολικά, δεν προέβλεψαν την τωρινή κρίση (μάλιστα… όταν ξεκίνησε το κύμα του πληθωρισμού, εν πολλοίς το ξόρκιζαν ως παροδικό φαινόμενο) – αλλά φθάνει να διερωτηθεί μήπως οι ίδιοι διευκόλυναν με την επιρροή τους την επέλευση και την εμβάθυνση της κρίσης. Με την έννοια της ενθάρρυνσης των ανισοτήτων υπέρ μιας περιορισμένης ελίτ του χρηματοπιστωτικού κόσμου και του ανώτατου μάνατζμεντ, την ώρα που καταστρέφονταν εκατομμύρια θέσεων εργασίας.

Η τοποθέτηση αυτή διαφέρει από την εκτίμηση του Άλαν Μπλίντερ, ο οποίος θεωρεί ότι οι πολιτικοί είναι εκείνοι που χρησιμοποιούν τις προτάσεις και συμβουλές των οικονομολόγων περίπου όπως οι μπεκρήδες τους στύλους του δημοσίου φωτισμού: όχι δηλαδή για να φωτισθούν, αλλά για να στηρίζονται πάνω τους αγκαλιάζοντάς τους. (Ο Μπλίντερ, αντιπρόεδρος της Fed, υπήρξε επιδραστικός συντελεστής στο Συμβούλιο Οικονομικών Οικονομολόγων επί Προεδρίας Κλίντον). Με άλλα λόγια, χρήσιμες ιδέες αξιοποιούνται στραβά.

Η τωρινή κατάσταση της μερικής αποδόμησης της παγκοσμιοποίησης, των αλυσίδων αξίας και του just-in-time που τραυματίζονται και εγκαθιστούν ανασφάλεια, ή πάλιν η κατάσταση επανεγκατάστασης του πληθωρισμού (και των πληθωριστικών προσδοκιών..) στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης, κυρίως όμως της αβεβαιότητας για το «τι βρίσκεται μπροστά μας, παρακάτω», λειτουργεί εξόχως πολιτικά.

Προσεγγίζοντας με τον δικό του τρόπο τα πράγματα, ο Spiegel έκανε στο τεύχος υποδοχής της νέας χρονιάς εξώφυλλο τον… Καρλ Μαρξ. Ντυμένος με ένα πράσινο πουκάμισο εργάτη (διπλός ο συμβολισμός…) και με τα μπράτσα του γεμάτα τατουάζ (πιο μεγάλο/ευδιάκριτο το Das Kapital), ο αιρετικά εμφανιζόμενος Μαρξ δίνει την ευκαιρία στην καθοδήγηση του Σπήγκελ να διερωτηθεί «μήπως τελικά είχε δίκιο». Όχι, δεν κηρύσσει την επανάσταση το άλλοτε εμβληματικό και σοσιαλδημοκρατικό περιοδικό: απλώς λαμβάνει την αφορμή για μια βαθύτερη διερώτηση: μήπως ο καπιταλισμός, όπως προχώρησε τελευταία, πήρε λάθος δρόμος.

Παρόμοιες κινήσεις προβληματισμού, δηλαδή υποδοχής του 2023 με προκατατεθειμένα ερωτηματικά, δεν αποτελούν μόνον τροφή για πολιτική αναζήτηση. Είναι και υπόστρωμα για την μεγάλη συζήτηση που δείχνει να ανοίγει – όπως συμβαίνει κάθε δυο-τρεις-τέσσερεις δεκαετίες: την μεταπολεμική επικράτηση του Κεϋνσιανισμού διαδέχθηκε την δεκαετία του ΄70 η Νεοφιλελεύθερη και Μονεταριστική κυριαρχία. τώρα αναζητείται υπό την πίεση των πραγμάτων διάδοχο σχήμα. Η πολιτική/οι πολιτικοί κορφολογούν ιδέες και προσεγγίσεις. η οικονομία «υποδέχεται» εκδοχές οικονομικής πολιτικής. οι κοινωνίες εισπράττουν το αποτέλεσμα.

Αποεπιτάχυνση της ανάπτυξης αν μη ύφεση. διεύρυνση των ανισοτήτων/διαχωρισμός των «εντός» από τους «εκτός» . χτίσιμο όλο και περισσότερου δημόσιου χρέους. αναμέτρηση με τον πληθωρισμό. προσπάθεια επαναπατρισμού βιομηχανικών δραστηριοτήτων την ίδια στιγμή που το ενεργειακό κόστος φέρνει αυτοεξορία/μετανάστευση επιχειρήσεων από Ευρώπη σε ΗΠΑ (ή και Κίνα).

Πάντως δεν θα πλήξουμε!