Έμμεσα και αμεσότερα μηνύματα για την οικονομία από το ΙΟΒΕ

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Tρεις πολύ ουσιώδεις παρατηρήσεις – κι ας μην τονίσθηκαν όσο θα άξιζε, παραμένοντας κάπως έμμεσες, για την ώρα… – αποθησαυρίσαμε από την πάντα χρήσιμη/πολύτιμη παρουσίαση του Νίκου Βέττα του ΙΟΒΕ σχετικά με την πορεία της Ελληνικής οικονομίας στο κλείσιμο του 2021 και το ξεκίνημα του 2022.

Η μια αφορά την εξέλιξη ενός παράδοξου που είχαμε συναντήσει σε επίπεδο προσδοκιών τους – πολλούς – τελευταίους μήνες: ενώ συνολικά το καταγραφόμενο οικονομικό κλίμα βελτιώνεται φθάνοντας στα προ πανδημίας επίπεδα, ειδικά η καταναλωτική εμπιστοσύνη (δηλαδή η πρόβλεψη των νοικοκυριών για το δικό τους μέλλον) δίνει για το δ’ 3μηνο του 2021 χλωμή μόνο επαναφορά. Σημαντικό, με δεδομένο ότι την Ελληνική οικονομία δεν παύει να την κινεί η ιδιωτική κατανάλωση («στην Ελλάδα βασικά παράγουμε κατανάλωση» λέει η πικρή εμπειρία). Η δεύτερη παρατήρηση αφορά τον – ανθρώπινα/κοινωνικά κομβικής σημασίας – τομέα της ανεργίας. Η οποία συνεχίζει μεν  να υποχωρεί, ήδη προς ένα επίπεδο 13%, έναντι 16,2% του 2020, πλην όμως αυτό «έρχεται» από τα αδιανόητα υψηλά επίπεδα που μας χάρισε η προσαρμογή των μνημονίων. με 18,3% βγήκαμε το 2018, έναντι 24% του 2015 και 27,2% του 2013. Πλην όμως μένει να δούμε πόσο μέρος αυτής της υποχώρησης/βελτίωσης οφείλεται τώρα στο ότι συνεχίζουν να ισχύουν οι δεσμεύσεις όσων έλαβαν ενισχύσεις Covid να μην κάνουν απολύσεις…

Μια τρίτη διάσταση, ίσως ακόμη πιο σημαντική για το μέλλον, προέκυψε από την συζήτηση μετά την παρουσίαση Βέττα: η προοπτική για ένα καλό 2022, με ενδεχόμενη επέκταση και στο 2023 (θα τα δούμε στην συνέχεια), θα χρειαστεί μεγάλη προσοχή προκειμένου να μην «σπάσει». Πράγματι, η πορεία ανάκαμψης που είχε η Ελλάδα – βγαίνοντας από τα Μνημόνια, μετά το 2018 – συγκρατήθηκε, παρά την αρνητική επίπτωση της κρίσης του κορωνοϊού, λόγω και της απόφασης στην ΕΕ να μην αφεθούν στην μοίρα τους οι πιο αδύναμες οικονομίες. Αυτό δεν εκδηλώθηκε μόνον δια του πολυύμνητου και ακόμη αναμενόμενου Ταμείου Ανάκαμψης (και Ανθεκτικότητας), όσο κυρίως δια της ανοχής των υπερυψηλών αν και αναγκαίων πρωτογενών ελλειμμάτων και το 2020 και το 2021 – ενώ βλέπουμε για την (δύσκολη) επαναφορά προς δημοσιονομική ισορροπία το 2022. Το ζήτημα είναι, τώρα, αν η πολυσυζητημένη αλλαγή παραγωγικού υποδείγματος θα προκάνει να δώσει αποτελέσματα (ήδη, δε, να κινηθεί επενδυτικά!) εγκαίρως για την μετά το 2023 περίοδο. Δηλαδή για μια περίοδο που θα κείται επέκεινα του επερχόμενου τέλους του εκλογικού κύκλου στον οποίο  βρισκόμαστε. (Βέβαια… αυτό κείται πέραν των αρμοδιοτήτων του ΙΟΒΕ).

Πηγαίνοντας, τώρα, στον κυρίως κορμό της παρουσίασης Βέττα για την πορεία και τις προοπτικές της οικονομίας, σημειώθηκαν δυο κυρίως θετικά στοιχεία – η πολύ ικανοποιητική πορεία του ΑΕΠ το 2021 με προοπτική συνέχισης το 2023, δυο αρνητικά σημεία – οι δημοσιονομικές εξελίξεις και η σαφώς αρνητική επίδραση της αύξησης των επιτοκίων – συν τέσσερεις περιοχές συνεχιζόμενης αβεβαιότητας: η διαμόρφωση πληθωρισμού σε υψηλά επίπεδα, η άδηλη προοπτική μεταρρύθμισης του Δημοσιονομικού Συμφώνου στην ΕΕ, ο ρυθμός επίτευξης του στόχου για αλλαγή παραγωγικού υποδείγματος και το ενδεχόμενο να προκύψουν νέα σοκ (από υγειονομικά/επόμενα στάδια της πανδημίας μέχρι και γεωπολιτικά).

Η συνεχιζόμενη ανάκαμψη της οικονομίας στο 9μηνο του 2021, με αιχμή τις εξαγωγές αλλά και της κατανάλωσης, συν διατήρηση του τουρισμού γύρω στο 60% του 2019, επιτρέπει πρόβλεψη για ρυθμό ανάπτυξης 9-9,5% για το σύνολο της χρονιάς που έφυγε. Ακόμη πιο ενδιαφέρον, παρά την εκκίνηση από τέτοια βάση βελτιωμένη σε σχέση με παλιότερες προβλέψεις, το ΙΟΒΕ αποτολμά να χτίσει βασικό σενάριο για το 2022 – με όλες βέβαια τις επιφυλάξεις για την πορεία της πανδημίας κλπ. – με ρυθμό ανάπτυξης 4,5-5%. Ένα πιο συντηρητικό εναλλακτικό σενάριό του κάνει λόγο για 2,5-3% ανάπτυξη, που και πάλι διατηρεί την ανεργία σε οροφή 14%. (Ας θυμηθούμε ότι για το μεν 2021 το ΥΠΟΙΚ διατηρούσε επίσημο στόχο 6,9%, ενώ η ΤτΕ έκανε λόγο για 8-9%. Με βάση το πώς θα λειτουργήσει το carryover από το 2021, το ΥΠΟΙΚ για το 2022 ήταν στο 4,5% πρόβλεψη, η ΤτΕ στο 4,5-5%, η Commission στο 5%).

Στο – πάντα ανησυχητικό – δημοσιονομικό μέτωπο για το 2021, καταγράφεται έλλειμμα 14,9 δις ευρώ (πρωτογενές 10,3 δις), πιο συγκρατημένο έναντι στόχου 17,5 δις (πρωτογενές 13 δις): αυτό προκύπτει από ταυτόχρονη αύξηση της απόδοσης των φόρων, ιδίως του φόρου εισοδήματος, και από πρόσθετες επιστροφές από τα κέρδη Κεντρικών Τραπεζών/ANFAs, συν αισθητή συγκράτηση των δαπανών έναντι των προϋπολογισμένων. Και πάλι, πάντως, το 2021 ήρθε να προσθέσει κάτι σαν 6% του ΑΕΠ στην διαχείριση της κρίσης μέσω ελλειμμάτων δημιουργώντας ερωτηματικά για την επίτευξη στόχου διόρθωσης, το 2022, σε ένα 1,4% του ΑΕΠ. [Στο βάθος αυτής της συζήτησης, εδώ όμως το ΙΟΒΕ δεν έμεινε για πολύ, το αν το χρέος του 206,3% του ΑΕΠ το 2020 θα κατορθώσει – βάσει και της αύξησης του ΑΕΠ – να προσγειωθεί απολογιστικά σε 196% του ΑΕΠ το 2021 και στο ελπιζόμενο 187,5% το 2022].

Καθώς το ΙΟΒΕ παγίως στέκεται και στην διάσταση των δίδυμων ελλειμμάτων – του γνώριμου αυτού βραχνά της Ελληνικής οικονομίας – με σαφώς θετική διάθεση καταγράφει την σχετική συγκράτηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών: στο 8,9 δις ευρώ για το 11μηνο του 2021, έναντι 10,3 δις για το ίδιο διάστημα του 2020. Μπορεί το πρόβλημα να ελέγχεται, ωστόσο με τίποτε δεν φεύγει.

Στο αντίστοιχα καυτό μέτωπο λόγω των προσφάτων εξελίξεων – ιδίως στο πεδίο των ενεργειακών τιμών (ήρθε όμως και ο χιονιάς και τράβηξε πάνω και τις τιμές των αγροτικών προϊόντων) – του πληθωρισμού, η πιο διαταρακτική καταγραφή είναι η άνοδος του δείκτης τιμών παραγωγού: άνοδος 12,3% στο 11μηνο του 2021, έναντι εξασθένισης -7,2% στο αντίστοιχο διάστημα του 2020. Πρόδρομος δείκτης προβλημάτων. Πάντως, στον δείκτη τιμών καταναλωτή, που «διαβάζεται» περισσότερο, οι καταγραφές ενός 4,8% τον Νοέμβριο και 5,1% τον Δεκέμβριο συνοδεύονταν από ευχή μάλλον παρά πρόβλεψη υποχώρησης μετά το α’ 6μηνο (οπότε, άλλωστε, θα βοηθήσει και η βάση σύγκρισης που είχε αρχίσει να «ξεφεύγει» …). Στο πιο μεσοπρόθεσμο μέτωπο των τιμών, το ΙΟΒΕ κάνει την ενδιαφέρουσα επισήμανση ότι – πέραν των άλλων – η «πράσινη» μετάβαση θα συντηρήσει «μέρος των αυξημένων τιμών ενέργειας μεσοπρόθεσμα».

Αντίστοιχα επιφυλακτική και η παρουσίαση των προοπτικών άντλησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης (και εκκίνησης έργων) το 2021 – και στο ξεκίνημα του 2022. Υπό μιαν έννοια, «αντισταθμιστική» η λειτουργία του καλύτερου από το αναμενόμενο κλεισίματος του τουριστικού 2021 (Οκτ-Νοεμ σε αφίξεις), με επίσης βελτιωμένες τις προκρατήσεις για το 2022.