Το παράπονο για τον «απολεσθέντα Παράδεισο» της επενδυτικής βαθμίδας

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Υπέρρεε εδώ και καιρό, στο οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης κάτι σαν ενόχληση, αν μη απορία, για το πόσο αργά προχωρούν οι εκτιμήσεις του διεθνούς συστήματος – και δη «των αγορών» – για εκείνο που ούτως ή άλλως έχει αναχθεί σε «εθνικό στόχο» όσον αφορά την οικονομία: την επίτευξη επενδυτικής βαθμίδας/investment grade. Έχει, η προσδοκία αυτή, κάτι από το παράδοξο του Ζήνωνος; Συναγωνίζεται ο ωκύπους Αχιλλεύς με την χελώνα. ξεκινάει η δεύτερη με προβάδισμα 100 βημάτων. μέχρι να καλύψει ο Αχιλλέας την μισή απόσταση, η χελώνα είχε πάει λίγο πιο μπροστά. μέχρι να φθάσει ο Αχιλλέας εκεί, η χελώνα έχει προχωρήσει κι άλλο (λίγο, αλλά κι άλλο). Προφανές το εμπειρικό λάθος, όσο κι αν τα απειροσύνολα των βημάτων διεκδικούν να είναι ισοδύναμα πλην το ένα να είναι μεγαλύτερο από το άλλο… Όμως κάπως έτσι γίνεται η συζήτηση για την επενδυτική «μας» βαθμίδα: όλο και πλησιάζουμε, όλο και απέχει.

Η συνεχής βελτίωση – συγκριτικά, αλλά έτσι πάνε τα πράγματα, όχι; – της θέσης της οικονομίας δεν κατορθώνει να επισπεύσει την περιπόθητη επενδυτική βαθμίδα. Τα στοιχεία για τον πληθωρισμό του Οκτωβρίου, αν και δυσάρεστα (+9,8% κατά τον εναρμονισμένο δείκτη της Eurostat), βρέθηκαν τουλάχιστον σε μονοψήφιο έδαφος – και τούτο όταν ενέργεια και τρόφιμα κάλπαζαν με 43% και 20,3% αντιστοίχως – ενώ η Ευρωζώνη «γράφει» 10,7%. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις συνεχίζουν να είναι ικανοποιητικές – αν και το γεγονός ότι επικεντρώνονται στο real estate και τον τουρισμό δεν αφήνουν περιθώρια για συζήτηση περί μεταβολής του παραγωγικού υποδείγματος (και… μην συγκρίνετε π.χ. με Πορτογαλία, ή και την Τουρκία στο μέσο κρίσης της). Ακόμη-ακόμη, το μέγεθος της «βελτίωσης επιχειρηματικού περιβάλλοντος», η καταγραφή του Economist Intelligence Unit προκύπτει με σημαντικότατη βελτίωση: το τουίταρε, μέρες που είμαστε!, ο Πρωθυπουργός. το εξήγησε με προσεκτική αναφορά στην χαμηλή θέση εκκίνησης αλλά και στις μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών ο Αλεξ Πατέλης. Μολαταύτα, όμως, ούτε η S&P τον μήνα που μας πέρασε, ούτε η Moody’s και η Fitch τον προηγούμενο θέλησαν να βελτιώσουν τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις τους – κρατώντας μάλιστα το outlook σταθερό, ούτε καν ένα χαμόγελο «θετικού»! Κι ας κατέγραφαν τα διάφορα θετικά, τις προοπτικές των επενδύσεων του Ταμείου Ανάκαμψης κοκ. «Γιατί;».

Το ερώτημα έθετε, προσερχόμενος με τεχνική γενναιότητα στο ναρκοπέδιο διεθνών επενδυτών και διαχειριστών κεφαλαίων στο Λονδίνο – φιλοξενούσα η Goldman Sachs, με BlackRock και Bluebay Asset Mgt και Amundi “and the suchlike”, που λένε εκεί – ο υποδιοικητής της ΤτΕ Θοδωρής Πελαγίδης. Όπου υποστήριξε την θέση (σε αυτό το ακροατήριο: θέλει ένα κάποιο κέφι!) ότι κακώς οι οίκοι αξιολόγησης καθυστερούν την επενδυτική βαθμίδα σε μια χώρα που:

  • Δίνει αυξήσεις του ΑΕΠ μέχρι και 8% (όταν η Ευρωζώνη φλερτάρει με ύφεση)
  • Καταγράφει αύξηση ΑΞΕ
  • Έχει βελτίωση αποταμιεύσεων τόσο των νοικοκυριών όσο και των επιχειρήσεων
  • Αναμένει σοβαρούς πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης
  • Έχει «κλειδωμένη» μακρά ωρίμανση του χρέους και χαμηλό κόστος εξυπηρέτησής του μεσο-μακροπρόθεσμα
  • Διαθέτει το περιβόητο «μαξιλαράκι» κοντά στα 40 δις ευρώ
  • Συνεχίζει (παρά την κρίση και την επιδοματική πίεση, προσθέτουμε) να κινείται δημοσιονομικά εντός στόχων (μάλιστα με υπεραπόδοση φόρων, θα προσθέταμε)
  • Οι προσδοκίες από τον τουρισμό επιβεβαιώνονται και επεκτείνονται στο μέλλον…

Τι έχουν λοιπόν τα έρμα και μαραζώνουν; Θα μπορούσε να ήταν η κατακλείδα σε μετάφραση κατανοητή στο Plumtree Court της Goldman στο Λονδίνο. Ασφαλώς υπάρχει έναντι της Ελλάδας μια υπερεπιφυλακτικότητα των rating agencies – εδώ ο Θ. Πελαγίδης δεν θάπρεπε να παραβλέπει πόσο η Ελληνική οικονομία «ζεμάτισε» πριν 12τόσα χρόνια τους οίκους αξιολόγησης, όταν της έδιναν μέχρι λίγες εβδομάδες πριν την ελεύθερη πτώση του 2010-12 (η συνέχεια έως τώρα…) σφραγίδα εγγύησης, πράγμα που κόστισε  βαρύ κούρεμα στους τότε διεθνείς επενδυτές που είχαν έκθεση στην Ελλάδα. Αν καταλάβαμε καλά, ο ίδιος θεώρησε ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές ήδη τείνουν να προεξοφλούν την επενδυτική βαθμίδα – για κάποτε/πότε όμως μέσα στο 2023; Η αλήθεια είναι ότι η άνοδος των αποδόσεων του Ελληνικού 10ετούς στην γειτονιά του δηλητηριώδους 5% εξηγείται ΚΑΙ από την συνολική αναταραχή των αγορών, γενικώς όμως δύσκολα θα διακρίνει κανείς ιδιαίτερη στοργή προς την Ελλάδα. Ενώ και οι πιο μακρόχρονοι παράγοντες – η γήρανση του πληθυσμού,  η βραδύτητα στην μεταβολή του παραγωγικού υποδείγματος (και στην απόκτηση αντίστοιχου ανθρώπινου δυναμικού – Παιδεία…), ή και η νέα ανησυχία για τα «κόκκινα δάνεια» με την επαναπολιτικοποίηση του θέματος και τα ερωτηματικά για τις κρατικές εγγυήσεις του «Ηρακλή» – δεν αφήνουν την ατμόσφαιρα να καθαρίσει.

Όμως… όμως υπάρχει εδώ και μια επιπρόσθετη περιπλοκή. Την οποία έχει φροντίσει να επαυξήσει η ίδια η πολιτική διαχείριση. Η διεκδίκηση της πολιτικής σταθερότητας – στοιχείου που απομακρύνει την ανησυχία περί country risk σε μια χώρα του ανεπτυγμένου κόσμου, όπως η Ελλάδα – αυτοτρικλοποδιάστηκε από την Κυβέρνηση τους τελευταίους μήνες. Πώς αυτό; Με εκλογές μπροστά μας, με μακρά και έντονη προεκλογική εκστρατεία εν εξελίξει, σπάρθηκε και καλλιεργήθηκε και άνθισε η ανησυχία για την μη-κυβερνησιμότητα. Η οποία θα προκύψει/η οποία απειλείται σε περίπτωση μη-αυτοδυναμίας. Με τις διπλές, αν μη τριπλές, εκλογές να υπόσχονται/να απειλούν θεσμική αστάθεια και μετεκλογικές διαπραγματεύσεις ΑΝ δεν προκύψει η περιλάλητη αυτοδυναμία.

Άντε, μετά, να πεις ότι καθυστερεί η «απόδοση της επενδυτικής βαθμίδας» σε μιαν οικονομία όπου οι μνήμες της τελικής ευθείας (run-up) προς το αδιέξοδο της περασμένης δεκαετίας συνδυάστηκαν με τις μνήμες της κομματικής χρήσης των διαδοχικών φάσεων της κρίσης για μαρκάρισμα πόντων! Και για βελτίωση της σχετικής θέσης του ενός ή του άλλου κόμματος (από το Σίτυ του Λονδίνου, τα αρχικά των Ελληνικών κομμάτων ακούγονται θολά), με βάση ακριβώς την ριζωμένη αμφιβολία για το αύριο.