Καλές οι ευχές και οι θετικές σκέψεις – όμως και λίγη ψυχραιμία θάταν χρήσιμη

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Πάντα η υποδοχή της καινούργιας χρονιάς γίνεται με θετικές σκέψεις . με ευχές για την καλύτερη δυνατή εξέλιξη των πραγμάτων· με επιβεβαίωση των πιο εποικοδομητικών προοπτικών. Στους πολιτικούς, η τάση αυτή λειτουργεί στον υπερθετικό. Στους αυπροσδιοριζόμενους μεν ως τεχνοκράτες, όμως με πολιτική επί της ουσίας λειτουργία, το ίδιο. (Προδήλως δεν ήταν σε αντίστοιχη  διάθεση ο Ντάνι Κάνεμεν – βραβείο Νόμπελ Οικονομικών του 2002, στο σύνορο μεταξύ ψυχολογίας και οικονομίας – όταν κατέθετε το «Τι θα εξαφάνιζα άμα είχα ένα μαγικό ραβδί; Την υπερβολική αυτοπεποίθηση»).

Όλα τα παραπάνω καλά θα έκαναν να μας κάνουν – και, κυρίως, να κάνουν τους πολιτικούς «μας» – να προσεγγίσουμε με μεγαλύτερη προσοχή την πρωτοχρονιάτικη επισήμανση της Γενικής Διευθύντριας του ΔΝΤ (στο «Face the Nation» της Μάργκαρετ Μπρέναν, του Αμερικανικού CBS)  όπου επανέλαβε την άποψη ότι «υπνοβατούμε σ’ έναν κόσμο φτωχότερο και πιο ανασφαλή».

Η ταυτόχρονη επιβάρυνση που παρατηρείται με τις τρεις κινητήριες μηχανές της παγκόσμιας οικονομίας – τις ΗΠΑ, την Κίνα και την ΕΕ – να χάνουν ταχύτητα αν όχι να περνούν σε ύφεση, δεν μπορεί να μην ανησυχεί. «Η μεγάλη μας ανησυχία είναι ότι η παγκόσμια οικονομία επιβραδύνεται. Πρόβλεψή μας είναι ρυθμός ανάπτυξης, παγκοσμίως, στο 3,7%, ίσως και χαμηλότερα. Θυμηθείτε: το 2021 είχαμε 6%, φέτος το 2022 υποχωρήσαμε στο 3,2%». Ειδικότερα μιλώντας για την Ευρώπη, η άποψή της ήταν: «Η μισή Ευρωπαϊκή Ένωση θα βρεθεί σε ύφεση την ερχόμενη χρονιά».

Με λογική ΔΝΤ, ένα που βρίσκει θετικό η Γκεοργκίεβα είναι το γεγονός ότι «οι χώρες που βρίσκονται σε προβληματική κατάσταση παγκοσμίως δεν είναι τόσο συστημικά σημαντικές, ώστε να προξενήσουν [μια επόμενη] κρίση χρέους ».

Κάπως μακρά η προεισαγωγή αυτή, για να πούμε ότι στο – προεκλογικό, αναπόδραστα πλέον – 2023 οι ευχές και οι θετικές σκέψεις χρήσιμο θα ήταν να συνδυάζονται εφεξής με κάποια ψυχραιμία. Κυριότατα, να μην συμπαρασύρουν σε επίδειξη τέτοιας αυτοπεποίθησης που να φέρει αποφάσεις οι οποίες χρειαστούν – αργότερα – υποχώρηση/διόρθωση/προσγείωση. Η περσινή πρακτική της Κυβέρνησης, να παραμείνει σε συντηρητικές προβλέψεις που διαδοχικά διαψεύδονταν προς θετική κατεύθυνση, ίσως θα άξιζε να μελετηθεί και πάλι ως θετική· η « διόρθωση », πιο πρόσφατα, λόγω εγγύτητας των εκλογών, μπορεί μεν να είναι ανθρώπινο αντανακλαστικό, δεν παύει όμως να είναι και ολισθηρή.

Έτσι λοιπόν η ψαλίδα 1,1% με 1,8 % στην οποίαν συναντά κανείς τις προβλέψεις για το Ελληνικό ΑΕΠ του 2023 από τους διεθνείς οργανισμούς (ΟΟΣΑ και ΔΝΤ), τους οίκους αξιολόγησης από τους οποίους « κρεμόμαστε » για την πολυπόθητη επενδυτική βαθμίδα (Moody’s, S&P, η Fitch κάνει λόγο για οριακή κάμψη), και… από τον εαυτό της η ίδια η Κυβέρνηση, χρήσιμο θάταν να αξιοποιείται συντηρητικά.

Στο μέτρο δε, που η φετινή υπεραπόδοση του +/- 6% αυξημένου ΑΕΠ είχε εν πολλοίς οδηγό τον τουρισμό, την δε ερχόμενη χρονιά μεγάλες αγορές όπως η Γερμανία και η Αγγλία « φεύγουν » προς ύφεση, η αυτοσυγκράτηση μόνο καλό θα έκανε.  Πέρα από το ότι η προσγείωση από ένα 6% σε κάτι γύρω στο 1,5% (ένα μέσο όρο βγάλαμε…) δημιουργεί ένα παράξενο αίσθημα στον καταναλωτή/στο νοικοκυριό όταν συμβαίνει – ιδίως σε πληθωριστικό περιβάλλον, άμα στερέψουν οι επιδοματικές/ -Pass στηρίξεις. Όπως θάλεγε και η Κρισταλλίνα Γκεοργκίεβα, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει ύφεση, μπορεί η αίσθηση να είναι ύφεσης. (Και, θαρρούμε, στο ΔΝΤ θα έχουν ακριβώς ενσωματώσει το γεγονός ότι κύριο προϊόν παραγόμενο στην Ελλάδα είναι … η κατανάλωση).