Από την Πορτογαλία (Κόστα) στη Γερμανία (Μερτς), πόση απόσταση;

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Παρά την ταραγμένη εσωτερική πολιτική σκηνή, ή ενδεχομένως ακριβώς λόγω αυτής της ταραγμένης σκηνής (δίδυμη επιδημική και οικονομική κρίση, χιονιάς «Ελπίδα» και κρατικές αστοχίες, πρόταση μομφής, ταραχώδες τριήμερο στην Βουλή, έπος Πολάκη-Γεωργιάδη, υπόθεση Φουρθιώτη αναταραχή περί το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ), πρόκανε και δόθηκε μια κάποια σημασία στις εκλογές στην Πορτογαλία, που έφεραν νίκη – και αυτοδυναμία, μάλιστα – στην Σοσιαλιστική Κυβέρνηση του Αντόνιο Κόστα. Και δικαίως: οι δημοσκοπήσεις έδιναν αμφίρροπο αγώνα, που όμως τερματίσθηκε με πάνω από 10 μονάδες διαφορά στις κάλπες, ενώ ο Κόστα και η Κυβέρνησή του έβγαιναν από δύσβατη οικονομική διαχείριση σε μια χώρα που γνώρισε και Μνημόνια και τραγικές ώρες πανδημίας. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι, την ίδια ακριβώς περίοδο, μια άλλη εξέλιξη στην – όσο και να το κάνουμε! – σημαντική για μας Γερμανία, η ανάδειξη στην ηγεσία των μόλις εκπεσόντων από την εξουσία (μετά από 16 χρόνια διακυβέρνησης Μέρκελ) Χριστιανοδημοκρατών του σκληροπυρηνικού/Σωϋμπλικού Φρήντριχ Μερτς πέρασε περίπου απαρατήρητη. Δεν θάπρεπε…

Εδώ που τα λέμε, και μεγάλο μέρος της παρουσίασης/σχολιασμού των πορτογαλικών εξελίξεων παρ’ ημίν κινήθηκε αρκετά ρηχά. Διότι είναι αλήθεια ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Αντόνιο Κόστα (σοσιαλδημοκρατικό στην ουσία όσο κι αν αυτόν τον τίτλο φέρει το δεξιό PSD) είχε συγκυβερνήσει με την στήριξη του Πορτογαλικού ΚΚ (σκιά του εαυτού του) και του πιο φαντεζί  αριστερού Ο Βlocko, που αμφότερα εγκατέλειψαν τον κυβερνητικό συνασπισμό γύρω από τον Προϋπολογισμό, οδηγώντας στις τωρινές εκλογές. Όπως αλήθεια είναι ότι τρίτο κόμμα προέκυψε το ακροδεξιό Chega (πορτογαλικό αντίστοιχο του Ισπανικού Vox). Όμως, από κει και πέρα οι Πορτογαλικές αναλογίες (και τα υποτιθέμενα διδάγματα…) θέλουν περισσότερη προσοχή. Πρώτα-πρώτα, η διαχείριση της επώδυνης προσαρμογής του Πορτογαλικού Μνημονίου – και πιο πρόσφατα μιας φρικιαστικής φάσης της πανδημίας, όταν εμείς στην Ελλάδα περίπου θριαμβολογούσαμε για την προστασία του lock-down «μας» προτού βρεθούμε στην κορυφή των θανάτων – έγινε με πολιτικές συναινέσεις όχι απλώς πολιτικές, δε. Όντως η «συναίνεση στα Αριστερά» με ΚΚ και Μπλόκο υπήρξε ενδιαφέρον Ευρωπαϊκό πείραμα, αλλά μια ευρύτερη κοινωνική συναίνεση διατρέχει την Πορτογαλία: από το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας που αντιπαρατέθηκε στα συνταξιοδοτικά παρά τα Μνημόνια (όχι επιλεκτικά, εκεί…), μέχρι τώρα πρόσφατα με την πόρτα-πόρτα καμπάνια εμβολιασμού που έφερε την Πορτογαλία σε πρότυπη θέση από το βάραθρο.

Ίσως – λέμε: ίσως – μέρος αυτής της πολιτικής κουλτούρας να προέκυψε επειδή η (50χρονη) Δικτατορία Σαλαζάρ εκεί κατέρρευσε με την Επανάσταση των Γαρυφάλλων, με προσέλευση μάλιστα του Στρατού σ’ αυτήν (οι εικόνες των διαδηλωτών να βάζουν γαρύφαλλα στις κάννες των στρατιωτών την άνοιξη του 1974), και με όλα τα μετέπειτα πολιτικά κόμματα να γεννούνται σ’ αυτό το κλίμα. Έτσι, ένα ακραίας σοσιαλιστικής έμπνευσης Σύνταγμα, καθώς ψηφίστηκε σε επαναστατικό κλίμα, προσαρμόσθηκε σταδιακά στην Δυτική ένταξη της χώρας – αποικιακής δύναμης, μην το ξεχνάμε κι αυτό: Αγκόλα, Μοζαμβίκη – χωρίς τόσους κραδασμούς. Πάντως δεν είχαν εκεί ούτε προδοσία των στρατιωτικών (όπως με την δική μας τραγωδία της Κύπρου) , ούτε πλήρη παλινόρθωση της παλιάς πολιτικής τάξης (δική μας εμπειρία Καραμανλή).

Πάμε όμως στην – σαφώς πιο αγνοημένη, αναλυτικά – Γερμανία, από την οποία εδώ αρκεσθήκαμε να παρακολουθήσουμε την ανάρρηση στην εξουσία της Κυβέρνησης «φωτεινού σηματοδότη» Σοσιαλδημοκρατών/Πρασίνων/Φιλελευθέρων και τις έκτοτε διακυμάνσεις της διστακτικής εξουσίας (από την «πράσινη μετάβαση» μέχρι τα Ευρωπαϊκά και, κυρίως, τώρα το Ουκρανικό και τις σχέσεις με Ρωσία). Ενώ κάτι άλλο, εξαιρετικά ουσιώδες βρίσκεται εν εξελίξει στον μεγάλο ηττημένο των πρόσφατων εκλογών, τους Χριστιανοδημοκράτες. Ηττημένο όντως, αλλ’ ακόμη βαρύτατο μέγεθος. Η Χριστιανοδημοκρατία προσπερνάει ταχύτατα την “Mutti”/μανούλα Μέρκελ και την πολυσυλλεκτική/πραγματιστική κουλτούρα που είχε εγκαταστήσει στην CDU (θυμηθείτε το άνοιγμα στους πρόσφυγες, που πλήρωσε με την άνοδο της AfD, δείτε την «κλοπή» από τους Πράσινους της κατάργησης των πυρηνικών) καθώς απέκτησε άμεμπτου συντηρητισμού και Σωϋμπλικής ρίζας ηγέτη στο πρόσωπο του Φρήντριχ Μέρτς. Ήταν η τρίτη φορά που αυτός διεκδίκησε στην παρούσα στροφή την ηγεσία: την πρώτη φορά έχασε από το «πουλαίν» της Μέρκελ Άννεγκρετ Κραμπ-Καρρενμπάουερ (αυτή κυριολεκτικά εξαχνώθηκε πριν καν οδηγήσει στις κάλπες την CDU), την δεύτερη τον χαρωπό/γραφικό Άρμιν Λάσσετ (εκείνος διαλύθηκε, μαζί με τις τύχες της CDU, κατά την πορεία προς τις κάλπες. Γι αυτό άλλωστε και στον Γερμανικό Τύπο χαιρετίστηκε η παρουσία του ως «η επιστροφή των ζόμπι». Προηγουμένως, είχε εγκαταλείψει την πολιτική το 2009, μετά την επικράτηση της Άνγκελας Μέρκελ στην CDU. Δικηγόρος, σύμβουλος χρηματοπιστωτικών ιδίως επιχειρήσεων, με συμμετοχή σε Δ.Σ. όπως της BlackRock Γερμανίας, της ΑΧΑ, της Commerzbank ή της Borussia, ο Μερτς θεωρείται ότι έχει ετήσια έσοδα από την δράση του περί το 1 εκατ. ευρώ, με περιουσία άνω των 12 εκατομμυρίων (στις ΗΠΑ αυτό θα εθεωρείτο μέτριο, στην Γερμανία όμως οι – μη κληρονομικά – πλούσιοι πολιτικοί σπανίζουν). Η εικόνα συμπληρώνεται με τα δύο διαβόητα ιδιωτικά τζετ που διαθέτει, πλην περιγράφει τον εαυτό του ως «ανώτερης μεσαίας τάξης». Αυτή του η καριέρα καθιστά τις φιλοεπιχειρηματικές του θέσεις να κάνουν το FDP του Κρίστιαν Λίντνερ να ωχριά. Την ίδια στιγμή, η σαφώς δεξιά του στάση στα κοινωνικά ζητήματα τον καθιστά αξιόλογη δύναμη για την (επανα)προσέλκυση ψηφοφόρων από την ακραία συντηρητική AfD. Η εικόνα αυτή ολοκληρώνεται με την γνωστή σε όλους στήριξή του από τον Βόλφγκανγκ Σώϋμπλε.

Σίγουρα τίποτε δεν λειτουργεί μονοδιάστατα στην Γερμανική πολιτική σκηνή, όμως η «αναστήλωση» της CDU επί Μερτς μάλλον θα την οδηγήσει σε διαφορετικά μονοπάτια. Και… όλο και κάτι θα σημάνει αυτό, για την Ευρωπαϊκή δεξιά!