Πώς ο πειρασμός του «προκεχωρημένου φυλακίου» δημιουργεί αυτοπαγιδεύσεις

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Τελικά, σε πυροσβεστικό ρόλο κλήθηκε να λειτουργήσει το (έκτακτο) Συμβούλιο υπουργών Ενέργειας – χθες – όταν χρειάστηκε να διαχειριστεί το εύφλεκτο ζήτημα του ποιες μορφές πληρωμής του φυσικού αερίου που (συνεχίζουν να) προμηθεύονται οι χώρες ΕΕ από την Ρωσία – πλην Πολωνίας/Βουλγαρίας που τους διεκόπη η παροχή από την Gazprom: 6-7% του συνολικού όγκου τροφοδοσίας με Ρωσικό Φ.Α. – είναι συμβατές και ποιες όχι με το πρωτεϊκά μεταβαλλόμενο πλαίσιο κυρώσεων προς την Ρωσία. Πράγματι, τα αλληλοδιαψευδόμενα σήματα από Βρυξέλλες – σε μια λογική της ΕΕ ως «προκεχωρημένου φυλακίου της Δύσης» – έφεραν ισχυρούς παίκτες του ενεργειακού παιχνιδιού όπως η Ιταλική ΕΝΙ, η Αυστριακή OMV και εκ των Γερμανικών η Uniper να πλησιάζουν προς την Ρωσική απαίτηση πληρωμής μέσω Gazprombank, αλλά και άλλες χώρες της ΕΕ να αμφιταλαντεύονται. Μια από αυτές και η Ελλάδα, με την κοινή της γνώμη αμήχανη…

Στο Συμβούλιο Ενέργειας περισσότερο εκφράσθηκαν γενικές αρχές αλληλεγγύης, με αναφορές στην (εθελοντική) Πλατφόρμα Αγοράς Υγροποιημένου Αερίου και στην βελτίωση/αύξηση αποθηκευτικών χώρων, συν τις πιο μακροπρόθεσμες προσδοκίες απεξάρτησης από τους Ρωσικούς φυσικούς πόρους. Πάντως, στο καυτό ζήτημα του τρόπου πληρωμής του φυσικού αερίου (από το οποίο θα κριθεί αμεσότερα η συνέχιση των ροών: δυο εβδομάδες μας χωρίζουν από την καίρια πληρωμή Μαΐου) υπήρξε θεσμική αμηχανία, καθώς ζητήθηκε πέραν των μέχρι τούδε κοινή γνωμοδότηση των Νομικών υπηρεσιών Επιτροπής ΚΑΙ Συμβουλίου, ενδεχομένως και με ευρύτερη συνεννόηση. Η Επίτροπος Ενέργειας Kadri Simson δήλωσε ότι έγινε αποδεκτό από τους υπουργούς Ενέργειας ότι «πληρωμή σε ρούβλια θα αποτελούσε παράβαση των κυρώσεων», ενώ δεν «έχει ακούσει για εταιρεία που να ετοιμάζεται να συμμορφωθεί» με το διάταγμα Πούτιν. Η Προεδρεύουσα Γαλλίδα Υπουργός Ενέργειας Barbara Pompili στάθηκε αισθητά πιο επιφυλακτική. Ο Έλληνας υπουργός Ενέργειας Κώστας Σκρέκας επέμεινε περισσότερο στην άποψη ότι θα χρειαστούν «κοινά μέτρα σε επίπεδο ΕΕ» για να ελαφρυνθεί η θέση νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Πράγμα που μάλλον εντείνει παρά αμβλύνει την ανησυχία της Ελληνικής κοινής γνώμης.

Βέβαια, δεν είναι δίκαιο για την ελληνική κοινή γνώμη, να κρίνεται με αυστηρότητα όταν – η ίδια, η χώρα της και οι ηγεσίες της: οι τελευταίες αποφασίζουν, όμως η χώρα και η κοινή γνώμη φέρουν τις συνέπειες… – πέφτει στην παγίδα όχι απλώς της ευθυγράμμισης με τις επιλογές των ισχυρών της εποχής, αλλά του υπερθεματισμού στις επιλογές αυτές. Στο κάτω-κάτω της γραφής, η Ελληνική κοινή γνώμη κουβαλάει το βάρος και τις μνήμες μακράς ιστορίας εξάρτησης και ανάγκης για αίσθηση προστασίας: κορυφαία η στιγμή του διανοούμενου/πολιτικού Παναγιώτη Κανελλόπουλου, όταν έκρινε απαραίτητο απευθυνόμενος στον Αμερικανό στρατηγό Βαν Φλητ – ημέρες κορύφωσης του Δόγματος Τρούμαν, δηλαδή με την Ελλάδα γνησίως σε ρόλο «προκεχωρημένου φυλακίου» – με το «Στρατηγέ, ιδού ο στρατός σας!» (Η αλήθεια είναι ότι ο δυστυχής Κανελλόπουλος, αργότερα, πολλές φορές πάσχισε να αποστασιοποιηθεί από την ατάκα αυτή, που θεώρησε ότι στρεβλά του αποδόθηκε. Όμως… η διατύπωση έτσι μπήκε στην ιστορία).

Πάντως η Ελλάδα, ακόμη και σε έντονες στιγμές της ιστορικής διαδρομής της, δεν παύει να αποτελεί μικρομεσαίο μέγεθος στις γεωπολιτικές ισορροπίες. Πολύ μεγαλύτερα μεγέθη δεν αποφεύγουν να κάμπτονται μπροστά στην επιβολή των κεντρικών, καθοριστικών παικτών. Έτσι, στην πρόσφατη Ουκρανική κρίση δεν είδαμε απλώς την Γερμανία – κεντρικότερος παίκτης δεν υπάρχει εντός του μορφώματος της ΕΕ/ «Ευρώπης» – να ευθυγραμμίζεται με την βαρύτατα πλην εξ ασφαλούς αποστάσεως Αμερικανική καθοδήγηση στο θέμα των κυρώσεων κατά της Ρωσίας προκειμένου να φρενάρει η εισβολή της τελευταίας στην Ουκρανία. Είδαμε και τις αντιρρήσεις του Βερολίνου – αρχικά για την αποστολή βαρύτερου οπλισμού στο Κίεβο, σταθερά για την επέκταση των κυρώσεων στην ενεργειακή οικονομία – να υποχωρούν ταχύτατα προκειμένου να δημιουργηθεί το μέτωπο της «Δύσης». Να υποχωρούν πώς, όμως;

Προηγήθηκε αρκετές ημέρες της απόφασης της Γερμανικής Κυβέρνησης και των σχετικών ανακοινώσεων του Καγκελαρίου Σολτς για πλήρες πάγωμα του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2 προ-ανακοίνωση του Προέδρου Μπάϊντεν ότι η μείζων εκείνη κίνηση της Γερμανίας στην παγκόσμια ενεργειακή σκακιέρα είχε πλέον καταδικασθεί. Βέβαια σήμερα, βλέποντας από απόσταση δυο μηνών τα πράγματα και με την πρακτική των κυρώσεων κατά της Μόσχας να έχει αναδειχθεί σε βασική «απάντηση» της Δύσης στην Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η χρονικά παράδοξη εκείνη κίνηση ΗΠΑ-Γερμανίας όπου άλλος προ-ανακοινώνει απόφαση άλλου, μπορεί να θεωρηθεί πλέον λεπτομέρεια. Όμως, η συνέχεια των πραγμάτων δείχνει ότι πρόκειται για μια μορφή συμπεριφοράς η οποία ριζώνει: η εικόνα της Γερμανίας, στην συνέχεια, να προσπαθεί να προλάβει τον βηματισμό/την καθοδήγηση των ΗΠΑ, της δε «Ευρώπης» να προσπαθεί να συντονισθεί συνολικά, με χώρες όπως εκείνες του πρώην Ανατολικού Συνασπισμού να επισπεύδουν και άλλες όπως η Αυστρία ή η Ιταλία να επιχειρούν να συγκρατήσουν τον ρυθμό (το Παρίσι είχε εκλογές…), ήταν μια εικόνα ελάχιστα ανταποκρινόμενη στα περί «στρατηγικής αυτονομίας», Στρατηγικής Πυξίδας κοκ της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εδώ ακριβώς ήρθε να αναδειχθεί είτε σημαντική μια ενδο-Γερμανική νευρικότητα, είτε μια υπερπροθυμία των μηχανισμών των Βρυξελλών να υποκαταστήσουν τον ρόλο των Κρατών μελών (εν ονόματι μιας ενιαίας γραμμής της ΕΕ στο μέτωπο των κυρώσεων, μιας γραμμής αναντίστοιχης προς τον βαθμό θεσμικής ωρίμανσης της εξωτερικής πολιτικής της Ένωσης). Η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάϊεν – είτε προσπαθώντας να «ξεπλύνει» την εντύπωση ότι η Γερμανία, στην μακρά θητεία της Καγκελαρίου Μέρκελ (στην οποία η ίδια οφείλει την ανάδειξή της…), βαρύνεται με την ευθύνη κατευνασμού/appeasement της Μόσχας, είτε επιδιώκοντας να εκμεταλλευθεί η ίδια την (υποτιθέμενη) επιτυχία της Επιτροπής στον συντονισμό των χωρών ΕΕ στην υπόθεση της πανδημίας ώστε να επεκτείνει κι εδώ de facto τις Κοινοτικές αρμοδιότητες – με δηλώσεις και με δυναμικά tweets προσπάθησε να δώσει την εικόνα ότι οδηγούσε τα πράγματα. Δείγμα:

«Καθώς η αδίστακτη Ρωσική εισβολή συνεχίζεται, η ΕΕ και οι εταίροι μας των G7 συνεχίζουν να αναβαθμίζουν την πίεση επί του Κρεμλίνου […]. Θα εισαγάγουμε πρόσθετο πακέτο μέτρων προκειμένου να απομονωθεί η Ρωσία και να αποστραγγισθούν οι πόροι που χρησιμοποιεί, ώστε να χρηματοδοτεί αυτόν τον βάρβαρο πόλεμο». Ευδιάκριτος. Διαφανέστατος ο πειρασμός να συγκεντρώσει στο πρόσωπο της το ύφος Μπάϊντεν-Μπλίνκεν-Ωστιν…

Πλην όμως, η τάση αυτή να εμφανισθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περίπου ως προπομπός της μετατροπής της ΕΕ σε «προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης» (για να θυμηθούμε την δική μας εμπειρία…) κρύβει παγίδες. Μια απ’ αυτές την είδαμε εν εξελίξει με την ήδη δυσλειτουργούσα νομική γνωμοδότηση με την οποία επιχειρήθηκε η Επιτροπή να δείξει προς την κατεύθυνση ενδεχομένης παρανομίας όσων – Κρατών η ενεργειακών εταιρειών – επιχειρούσαν να πληρώσουν για την προμήθεια Ρωσικού φυσικού αερίου με τρόπο συμβατό προς τις απαιτήσεις Gazprom/διατάγματος Πούτιν.

Με προμετωπίδα #StandWithUkraine, και με επιμελημένη καταχώριση πλην των επισήμων γλωσσών της ΕΕ και στα Ουκρανικά και τα Ρωσικά, περιγράφονταν τα «έξυπνα και στοχευμένα» μέτρα της ΕΕ που «πλήττουν την Ρωσία στα πλέον ευαίσθητα σημεία της (με τον μέγιστο αντίκτυπο στην ρωσική πολιτική ελίτ) και είναι καλά συντονισμένα με τους συμμάχους μας». Και ο μεν επικοινωνιακός αυτός ενθουσιασμός είναι ένα πράγμα. Η γνωμοδοτική όμως στήριξη στην προσπάθεια να αποτραπεί αμβλυνση των κυρώσεων – οι οποίες βέβαια τελικώς λαμβάνονται με την κάλυψη αποφάσεων του Συμβουλίου υπουργών της ΕΕ… – με απαγορευτική ερμηνεία των πληρωμών μέσω Gazprombank, ερμηνεία που εν συνεχεία άρχισε να κάμπτεται, είναι εντελώς άλλη υπόθεση! Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί, πολύ περισσότερο να αποδείξει, ότι η γνωμοδότηση της πολύπειρης Νομικής Υπηρεσίας της ΕΕ, όπως αποκαλύφθηκε καίτοι απόρρητη από το Bloomberg και εν συνεχεία το Reuters, που προσπαθούσε να ξορκίσει το άνοιγμα λογαριασμών σε ρούβλια πλην άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο back-to-back λογαριασμών σε ευρώ/δολάρια και σε ρούβλια, «υπαγορεύθηκε» ή πάντως ενθαρρύνθηκε από πλευράς φον ντερ Λάϊεν. Το αποτέλεσμα όμως ήταν χώρες όπως η Πολωνία ή η Βουλγαρία να βρεθούν με διακοπή παροχής φυσικού αερίου, ενώ χώρες με μεγάλους φορείς όπως η ΕΝΙ, η OMV ή η Uniper να εμφανίζονται – ας πούμε – διαλλακτικότερες. Και το χθεσινό Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας της ΕΕ να ζητάει/αποφασίζει πρόσθετη κοινή γνωμοδότηση με συμμετοχή της Νομικής Υπηρεσίας του Συμβουλίου (και ευρύτερη νομική προσυνεννόηση με τις πρωτεύουσες). Όταν οι κορυφαίες γνωμοδοτήσεις αυγαταίνουν, η νομική ασφάλεια υποχωρεί: αυτοπαγιδεύσεις!