Καθ’ οδόν προς τον (αναμενόμενο) Συμπληρωματικό Προϋπολογισμό

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Προαναγγελμένη η πορεία προς την κατάθεση Συμπληρωματικού Προϋπολογισμού ύψους 2 δις ευρώ, του πρώτου από – μην ξεγελιόμαστε – σειρά Συμπληρωματικών Προϋπολογισμών που θα χρειαστεί να υπάρξουν αν η κρίση που προκαλείται από τον πόλεμο στην Ουκρανία δεν απορροφηθεί μέσα στις βδομάδες που ακολουθούν. (Δηλαδή αν δεν λήξει η Ρωσική εισβολή, αλλά και δεν προσγειωθούν οι αγορές ενέργειας και πρώτων υλών/ειδών διατροφής – κάπως).

Έρχεται η αναγκαία αυτή κίνηση μετά τα 1,2 δις ευρώ των πρώτων επιδοτήσεων λογαριασμών ηλεκτρικού και καυσίμων κοκ. Ενσωματώνοντας ήδη και την διαβόητη «επιταγή ακρίβειας» (των 200 ευρώ, για να γιορταστεί το Πάσχα…), οπότε έτσι που αποτελεί κάτι σαν 1,2% του ΑΕΠ κάνει τον στόχο πρωτογενούς ελλείμματος 1,4% του ΑΕΠ που είχε θέσει ο αρχικός Προϋπολογισμός 2022 να φαίνεται – επισήμως… – μακρινή μνήμη.

Η Κυβέρνηση πασχίζει να μην βιαστεί να λάβει (ή και να προανακοινώσει…) πρόσθετα μέτρα στήριξης, όπως π.χ. μειώσεις στον ΦΠΑ για είδη πρώτης ανάγκης, επέκταση της στήριξης εισοδημάτων με το πρόγραμμα «ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ» που μας έρχεται από την εποχή των lock-downs, μέχρις ότου ξεκαθαρίσει –  Μάιο ή Ιούνιο – η εικόνα από πλευράς Ευρωπαϊκών προθέσεων. (Το Eurogroup/EcoFin αυτής της εβδομάδας δεν αναμένεται να πάει πολύ παραπέρα την συζήτηση του Μαρτίου).

Οπότε… χτίζεται κάποιο αποθεματικό – αν και, για παράδειγμα, κάπου μισό δις ευρώ είναι το γνωστό άμεσο πρόσθετο κόστος για καύσιμα δημοσίων υπηρεσιών, σχολείων, νοσοκομείων κοκ – και επιδεικνύεται αυτοσυγκράτηση. Την ίδια στιγμή καταγράφεται καλύτερη του αναμενόμενου επίδοση στην εκτέλεση του Προϋπολογισμού 2022 το πρώτο 2μηνο της χρονιάς – έλλειμμα υπήρξε, αλλά μόλις 900 εκατ. ευρώ, έναντι στόχου 2μήνου στα 2 δις και αντίστοιχου 2μήνου του 2021 3,2 δις . Βλέπετε, π.χ. η απόδοση των ειδικών φόρων κατανάλωσης και του ΦΠΑ στα καύσιμα όταν οι τιμές εκτοξεύονται βοηθάει ταμιακά, όσο κι αν ο καταναλωτής πιέζεται και εξοργίζεται. Κυρίως όμως «διώξαμε» γι’ αργότερα 1,5 δις σε πληρωμές εξοπλιστικών δαπανών…. Αυτή η μικρή ανάσα του 2μήνου βοήθησε τους αρμοδίους να πιστεύουν ότι μπορούν να παραμένουν ψύχραιμοι μπροστά στο κύμα πολιτικών πιέσεων για στήριξη των εισοδημάτων και απόσβεση του σοκ της ακρίβειας. Και μπροστά στις διάφορες συστάσεις, λιγότερο ή περισσότερο ευγενικές, διεθνών Οργανισμών τύπου ΔΝΤ (που λίγο πριν αποπληρωθούν τα τελευταία 1,8 δις του δανείου «διάσωσης», κατέθεσε την έκθεσή του βάσει του Άρθρου IV, με σαφείς συστάσεις για αυτοσυγκράτηση) ή και Οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης (μην παραβλέπουμε την προειδοποιητική βολή Moody’s που αφορούσε και την διεύρυνση των spreads των Ελληνικών ομολόγων, την στιγμή που ο Πρωθυπουργός προτιμούσε να μνημονεύει την αναβάθμιση από DBRS).

Καθώς όμως αυτή η πορεία διαχείρισης της κρίσης απαιτεί «θάρρητα και αντοχές» όπως έλεγαν οι παλιότεροι, ίσως χρησιμεύει μια – σχετική – ανθεκτικότητα που δείχνει ακόμη, και μάλιστα σε σύγκριση με την Ευρώπη, η μέτρηση (από το ΙΟΒΕ) του δείκτη οικονομικού κλίματος. Δείτε:

Στο σύνολο της Ευρωζώνης (αλλά και της ΕΕ «27») ο δείκτης οικονομικού κλίματος τον Μάρτιο σημείωσε έντονη υποχώρηση έναντι του προηγούμενου μήνα. Οφείλεται, δε, η υποχώρηση αυτή «στην κατακόρυφη πτώση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης», η οποία συνοδευόταν από απώλειες και στην βιομηχανία και στο λιανικό εμπόριο. Ειδικότερα, στο πεδίο της καταναλωτικής εμπιστοσύνης η πιο απότομη/κατακόρυφη πτώση καταγράφεται στις προβλέψεις για «την γενική κατάσταση της οικονομίας», ενώ οι εκτιμήσεις των Ευρωπαίων καταναλωτών για την δική τους κατάσταση (των νοικοκυριών) στο τελευταίο 12μηνο είναι αρνητικές μεν, πλην ηπιότερες – οι δε προβλέψεις για το επόμενο 12μηνο κινούνται κάπου ενδιάμεσα.

Αν , τώρα, πάμε στην Ελλάδα, σημειώνεται βέβαια υποχώρηση του δείκτη οικονομικού κλίματος τον Μάρτιο – πλην όμως σχετικά περιορισμένη. Και εδώ, η καταναλωτική εμπιστοσύνη κατέγραψε αισθητή υποχώρηση και έχει περιέλθει σε κατώτατο 16μηνου: καθώς όμως το αμέσως προηγούμενο 6μηνο είχε υπάρξει σταθερή παραμονή σε θετικό έδαφος φαίνεται ότι οι εντυπώσεις ακόμη διατηρούνται. Εκείνο που, στην Ελληνική, περίπτωση κρατά την συνολική εικόνα συγκριτικά καλύτερη απ’ ότι της Ευρωζώνης, είναι η ήπια ενίσχυση των προσδοκιών στην βιομηχανία (που αγγίζει την θετική κορυφή των μέσων του 2000), με τις παραγγελίες για τους επόμενους μήνες να είναι πάντως συγκρατημένες. Αντίστοιχα θετική η εικόνα και στις κατασκευές (κυρίως τις ιδιωτικές). Όμως αισθητή επιδείνωση, για τρίτο συνεχή μήνα, στο λιανικό εμπόριο και στις υπηρεσίες.

Αρκεί άραγε στους αρμοδίους της χάραξης οικονομικής πολιτικής αυτή η συγκριτική εικόνα ώστε να περάσουν το διάστημα μέχρι τον Μάϊο; Και μάλιστα όταν ο πληθωρισμός (εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή Eurostat) βρίσκεται αισίως, τον Μάρτιο, στο εκτοξευμένο επίπεδο του 8%. Δεν θα στοιχηματίζαμε μεγάλα ποσά σε κάτι τέτοιο, αλλά… θα δείξει.