Το κόκκινο φωτάκι αναβοσβήνει για την οικονομία – πιεστικά πλέον

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Η χαρωπή και επιδοματικά στηριζόμενη προεκλογική ατμόσφαιρα συνεχίζεται. Ήδη όμως, πέρα από την βιωμένη ακρίβεια, αρχίζουν και οι δείκτες να προβληματίζουν στο μέσο της χρονιάς. Αφού σ’ εμάς ο πληθωρισμός, διψήφιος ήδη από τον Μάιο, έπιασε το 12% σε ετήσια βάση τον Ιούνιο εξασφαλίζοντας στην Ελλάδα την 5η θέση στην Ευρωζώνη, η Τράπεζα της Ελλάδος κατέστησε σαφέστερη την σύνδεση με τις προοπτικές (μη) ανάπτυξης, μιλώντας πλέον για βασικό σενάριο αύξησης του ΑΕΠ κατά 3,2% για φέτος (αντί της προηγούμενης/ενδιάμεσης πρόβλεψης 3,8%), με ένα δυσμενές σενάριο να κάνει λόγο για 1,8%. Οι πιθανότητες να βρεθούμε το 2023 σε στασιμότητα αυξάνονται…

Αυτά τα επίσημα, ας πούμε, έρχονται και δένουν με τα κάπως χαλαρότερα (ως προς το είδος της μέτρησης) στοιχεία από την τακτική Έρευνα Οικονομικής Συγκυρίας του ΙΟΒΕ – η οποία, καθώς διεξάγεται τακτικά σε επιχειρήσεις και σε καταναλωτές, σε πανΕυρωπαϊκό επίπεδο και υπό την αιγίδα της Ec/Fin της Επιτροπής, δίνει μια ευρύτερη εικόνα του «πού πάμε». Εδώ, λοιπόν, στην Ελλάδα καταγράφεται πλέον επιδείνωση σε όλους τους τομείς της οικονομίας ( πλην Κατασκευών), με τις επιχειρηματικές προσδοκίες να πηγαίνουν πίσω ιδίως στην Βιομηχανία, λιγότερο στο Λιανικό Εμπόριο και στις Υπηρεσίες. Στην δε καταναλωτική εμπιστοσύνη – εκεί δηλαδή όπου κανονικά θάπρεπε να μεταφράζονται κάπως θετικά τα διαδοχικά επιδόματα στήριξης της νέας φάσης κρίσης – μετά από ένα σκαμπανέβασμα των τελευταίων μηνών, έχουμε εγκατασταθεί σε αρνητικό έδαφος, με καταγραφή κοντά στο χαμηλότερο επίπεδο 4ετίας. Το ΙΟΒΕ κάνει μάλιστα ευθέως την διασύνδεση με το τι σημαίνουν οι πληθωριστικές πιέσεις για την διαμόρφωση εικόνας μέλλοντος στα νοικοκυριά, όσο κατασταλάζει η αίσθηση ότι ο πόλεμος της Ουκρανίας μόνο προς το τέλος του δεν πορεύεται. Αντισταθμιστικά, το ΙΟΒΕ δεν παραλείπει να αναφερθεί στις θετικές επιπτώσεις που υπόσχεται να έχει ένα (ήδη ιδιαίτερα ικανοποιητικό) τουριστικό καλοκαίρι.

Πάντως, επειδή ξεκινήσαμε εμπλέκοντας στην συζήτηση Τράπεζα της Ελλάδος, ας έχει καταγραφεί και η επισήμανσή της ότι η πληθωριστική εξέλιξη στην Ελλάδα κινείται πάνω από τα μέσα επίπεδα της Ευρωζώνης, με αποτέλεσμα («ενδέχεται») να προκύψει επιδείνωση εκ νέου της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Πάντα ευγενικά, ο Διοικητής της ΤτΕ κάνει την επισήμανση ότι «απαιτείται εγρήγορση» προκειμένου να μην βρεθούμε σε «φάση δευτερογενών πληθωριστικών πιέσεων, τροφοδοτούμενων από την αύξηση των μισθών»: η εν λόγω ευγενική διατύπωση, αφενός δεν κρύβει την διάσταση κερδοσκοπίας που ήδη εγκαθίσταται ανά την πληθωριστική πλέον οικονομία, αφετέρου δείχνει πού – ήδη – η βιωμένη ακρίβεια πονάει: στις αμοιβές της εργασίας, οι οποίες δύσκολα θα αργήσουν να περάσουν σε διεκδικητική φάση.  (Αλλιώς, η έννοια «κοινωνική έκρηξη» ελλοχεύει).

Επίσης, η ΤτΕ, πέραν των γενικών αναφορών στο κλίμα αβεβαιότητας, καταγράφει μεν μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων/ΜΕΔ , πλην χτυπάει καμπανάκι για μελλοντικές επιπτώσεις της τωρινής κρίσης (σε δημιουργία νέας γενιάς ΜΕΔ). Ομοίως, στον δημοσιονομικό τομέα το καμπανάκι αφορά την «επιβράδυνση της μείωσης των ελλειμμάτων», που θα μπορούσε να «κλονίσει την εμπιστοσύνη των αγορών». Γι’ αυτό και επανέρχεται ο Γιάννης Στουρνάρας εμφατικά στην ανάγκη η δημοσιονομική πολιτική να περιορίζεται σε προσωρινές/μη-μόνιμες και στοχευμένες παρεμβάσεις. Όλα αυτά, σε προεκλογική φάση…