Όταν βουτιά στην οικονομική συγκυρία και δημοσκοπικά ευρήματα οδηγούν σε επίσπευση των αποφάσεων

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Και εκεί που η προσπάθεια ήταν οι αποφάσεις για αντιμετώπιση της βιωμένης ακρίβειας – και πάντως της απογείωσης των ενεργειακών τιμών – να περιμένουν την διαμόρφωση πλαισίου στις Βρυξέλλες – επίσπευση!

Γιατί; Γιατί τώρα;

Η απάντηση είναι δυσάρεστα απλή: αυτή την φορά, η αποτίμηση της οικονομικής συγκυρίας στην Ελλάδα προκύπτει χειρότερη – αισθητά χειρότερη – απ’ ό,τι στην Ευρώπη (ΕΕ και Ευρωζώνη). Το κατέγραψε η μηνιαία Έρευνα Οικονομικής Συγκυρίας Απριλίου 2022, που προ ημερών δημοσιοποίησε το ΙΟΒΕ.

Πράγματι, ενώ ο δείκτης οικονομικού κλίματος ανά την Ευρώπη σημειώνει ελαφρά υποχώρηση, και τούτο με ομοιόμορφη πτωτική κίνηση σε βιομηχανία/ υπηρεσίες/λιανεμπόριο/κατασκευές, ο δε δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης κινείται «αισθητά πτωτικά», άμα αναφερθεί κανείς στο τελευταίο 12μηνο και πτωτικά μεν, αλλά «ηπιότερα» άμα κοιτάξει προς τους επόμενους 12 μήνες, στην Ελλάδα οι αντίστοιχες καταγραφές είναι πολύ πιο αρνητικές.

Σ’ εμάς, καταγράφεται «ισχυρή επιδείνωση», καθώς οι προσδοκίες είναι χειρότερες σε όλους τους τομείς – ενώ υποχωρεί και η καταναλωτική εμπιστοσύνη. Εδώ, ήδη ο συνολικός δείκτης οικονομικού κλίματος – σημαντικά χαμηλότερος τον Απρίλιο από ό,τι τον προηγούμενο μήνα όπου είχε κρατηθεί» – βρέθηκε «στο χαμηλότερο επίπεδο των 12 τελευταίων μηνών». Ιδιαίτερα όμως στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, όπου ήδη ο Μάρτιος είχε υποχωρήσει, έχουμε πλέον βρεθεί στο χαμηλότερο επίπεδο απ’ όσο τα τελευταία 5 χρόνια (Αύγουστο του 2017, συγκεκριμένα). Το ΙΟΒΕ, εδώ, εμφανίζεται ιδιαίτερα προβληματισμένο καθώς σημειώνει ότι «τα επιδημιολογικά δεδομένα βελτιώθηκαν τον Απρίλιο σε σχέση με το προηγούμενο 2μηνο και αναφερόταν χαλάρωση των μέτρων προστασίας προς τον Μάρτιο» (πέραν τούτου, στο σύνολο του κλάδου των Υπηρεσιών όπου το κλίμα καταγραφόταν αρνητικό, ειδικά ο τουρισμός έγραφε «αισιοδοξία»…). Οπότε η «σαφής αρνητική στάση στις προσδοκίες των νοικοκυριών» δεν μπορεί παρά να ανάγεται «κυρίως στις επιπτώσεις, υφιστάμενες και δυνητικές, του πολέμου στην Ουκρανία».

Στα νοικοκυριά, πιο συγκεκριμένα, οι πιέσεις είναι εκείνες «της έντονης αύξησης των τιμών, στα ενεργειακά προϊόντα αλλά και σε πολλές κατηγορίες τροφίμων και άλλων καταναλωτικών προϊόντων». Σε απλούστερα Ελληνικά, αυτό θα το μεταφράσει κανείς «στην βιωμένη ακρίβεια» (η μετάφραση δική μας). Το ΙΟΒΕ προβλέπει /επισημαίνει ότι «οι αρνητικές επενέργειες στις τιμές δεν θα υποχωρήσουν αισθητά τους επόμενες μήνες». Επισημαίνεται επίσης ότι οι Έλληνες καταναλωτές βρίσκονται (μάλλον… παραμένουν) στην πρώτη θέση ως προς την απαισιοδοξία στις χώρες της ΕΕ. (Κατά ελαφρώς παράδοξο τρόπο, η εκτίμηση της πορείας των νοικοκυριών τους τελευταίους 12 μήνες έχει ελαφρώς βελτιωθεί). Με βάση αυτό το κλίμα, πίσω πάει η πρόθεση για αποταμίευση, έντονα υποχωρεί η πρόθεση για μείζονες αγορές ή για βελτίωση των κατοικιών. Όλα αυτά δεν προοιωνίζονται κάτι καλό για την ανάπτυξη (καθώς, πάγια παρατήρηση, από την κατανάλωση κυρίως εκτρέφεται σ’ εμάς η όποια ανάπτυξη). Ερωτηματικά προβάλλουν μ’ αυτήν την βάση και για την απασχόληση, όταν θα πάψουν να ισχύουν οι απαγορεύσεις μείωσης προσωπικού απ’ όσες επιχειρήσεις έχουν λάβει ενισχύσεις λόγω πανδημίας…

Για να μην επιβαρύνουμε με την σειρά μας το κλίμα, ας μην πάρουμε αναλυτικά τους τομείς και επιμέρους κλάδους. Είπαμε ήδη για τις Υπηρεσίες, με τον τουρισμό/ξενοδοχεία/εστιατόρια να μένουν ψηλά εν μέσω κακών συνολικά προσδοκιών – η χειρότερη εικόνα είναι στις χερσαίες μεταφορές (προφανώς λόγω καυσίμων). Στο Λιανικό Εμπόριο, μόνον τα τρόφιμα-ποτά σχετικά διασώζονται, ενώ στις Κατασκευές σωσίβιο είναι τα δημόσια έργα. Στην Βιομηχανία, ενώ οι μήνες εξασφαλισμένης παραγωγής δεν πήγαν και τόσο πίσω, η αβεβαιότητα βαραίνει (υποθέτει κανείς, και λόγω ενεργειακού κόστους, που χειροτερεύει με… βεβαιότητα).

Με αυτά, λοιπόν, δεδομένα η πλέον πρόσφατη δημοσκόπηση – της ALCO για τον Open – ευλόγως καταγράφει ως μεγαλύτερο πρόβλημα των πολιτών την ακρίβεια (για 60% των ερωτώμενων), με τον πόλεμο σε απόσταση (24%) και τις σχέσεις με Τουρκία ή την πανδημία πολύ πίσω (6% και 5%).

Ενώ στο ερώτημα αν τα μέτρα για αντιμετώπιση της ακρίβειας βοηθούν, ένα 49% απαντά «καθόλου», 23% «λίγο», ενώ 14% «αρκετά» (και ένα 2% «πολύ» – ενδιαφέρον).

Πώς λοιπόν να μην επισπεύδονται, άμεσα, οι αποφάσεις για αντιμετώπιση της βιωμένης ακρίβειας – και πάντως του άγους των λογαριασμών του ηλεκτρικού;