Πόσο θα αργήσουμε μέχρι να ακούσουμε πρόταση για εθνικοποίηση της ηλεκτρικής ενέργειας;

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Επειδή κάθε αναφορά σε κρατικό έλεγχο – και δη σε σημαντικό τομέα της οικονομίας – είναι λίγο-πολύ ανάθεμα στην Ελλάδα των μέσων του 2022 (πλην ΚΚΕ, αλλά η συμμετοχή του στον κεντρικό πυρήνα της δημόσιας συζήτησης είναι περιορισμένη), ας ξεκινήσουμε «αμυντικά»: ξέρετε πού/πώς ξεκίνησε μια τέτοια συζήτηση, και μάλιστα προ ενεργειακής κρίσης/ανάφλεξης ενεργειακών τιμών; Το πρώτο σήμα είχε δοθεί στην Βρετανία, του ανεπίληπτου φιλελευθερισμού (όχι;) Μπόρις Τζόνσον, όπου ήδη στα τέλη του 2021 σχεδιαζόταν (μερική τουλάχιστον) επανεθνικοποιηση της National Grid, δηλαδή του φορέα μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, που έχει ιδιωτικοποιηθεί το 1995, ώστε… να καταστεί εφικτή η ενεργειακή μετάβαση με στόχο το «καθαρό μηδέν» των ρύπων άνθρακα.

Πιο πρόσφατα, η Κυβέρνηση της Γερμανίας (τρικομματική με ισχυρό φιλελεύθερο βραχίονα) συμφώνησε σε νομοθετικό άνοιγμα της δυνατότητας «ανάληψης» της ιδιοκτησίας των ενεργειακών επιχειρήσεων από το Δημόσιο σε περίπτωση ενεργειακής έκτακτης ανάγκης. (Μην παραβλέπουμε ότι στην Γερμανία πρωτοξεκίνησε, από τον «Πράσινο» υπουργό Οικονομίας Ρόμπερτ Χάμπεκ η – σοβαρή – συζήτηση για προετοιμασία ενδεχόμενου δελτίου στο φυσικό αέριο και ηλεκτρική ενέργεια. Καλοκαιριάτικα, αλλ’ ενόψει χειμώνα χωρίς παροχή Ρωσικού φυσικού αερίου). Ήδη η Uniper, η μεγαλύτερη εταιρεία φυσικού αερίου – με εκείνην  είναι που συμφώνησε τον Μάϊο ο ημέτερος Γ. Προκοπίου την εγκατάσταση δυο FSRU στην Βαλτική – μπορεί να περιέλθει υπό κρατικό έλεγχο προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι μεγάλες ανισορροπίες που της προξενεί η ενεργειακή κρίση. με μια λέξη, για να διασωθεί και να μην διαταραχθεί η τροφοδοσία της αγοράς. Πώς θα μπορούσε να λείψει από την συζήτηση και η (κατάφορτη από χρέος) Γαλλική EDF όπου, ήδη από την άνοιξη, και πολύ περισσότερο μετά τις πρόσφατες εκλογές – κόλαφο κατά Μακρόν «συζητείται, χωρίς να έχει αποφασισθεί αλλ’ ούτε και αποκλεισθεί» σωστική εθνικοποίηση.

Επαναπροσγείωση, λοιπόν, στα δικά μας – χωρίς φοβερές ενοχές αφού «αυτά συμβαίνουν εις τας Ευρώπας». Εδώ, το γύμνασμα της κατάργησης/παγώματος της διαβόητης ρήτρας αναπροσαρμογής ώστε να ελαφρυνθούν τα νοικοκυριά, αλλά με επαναπροσδιορισμό – από κάθε εταιρεία, ΔΕΗ ή άλλο πάροχο – σε νέα βάση των αυριανών τιμολογίων (ερώτημα: θα αγγιχθούν και τα τιμολόγια με σταθερή χρέωση; ειλικρινής η απορία), ένα πράγμα σημαίνει: ότι ο καταναλωτής, ιδίως η νοικοκυρά για το οικιακό τιμολόγιο και η μικρή επιχείρηση για το εμπορικό, θα κάνει τους υπολογισμούς, θα επαληθεύσει… αλλά στο τέλος θα ξέρει τι και πώς θα πληρώσει!

Βέβαια, στο εν λόγω γύμνασμα θα ενσωματωθεί και η κρατική επιχορήγηση, με εθνικούς ή αυριανούς REPower EU πόρους. Αλλά (α) ο καταναλωτής θα πληρώσει ό,τι πληρώσει, (β) η διαχείριση της αβεβαιότητας θα γίνει όπως γίνει. Και τούτο, αφού όλοι ευχηθούμε, σεμνοπρεπώς να μην υπάρξει πρόβλημα προμήθειας ενέργειας, άρα να μην προκύψει συζήτηση περί περιορισμών, δελτίου κοκ (όπως εις τας Ευρώπας).

Λοιπόν: με δεδομένη την όχι-και-τόσο περιορισμένη καχυποψία από τις έως τώρα διαχειριστικές πρακτικές των παρόχων, την κάκιστη εικόνα της ρήτρας αναπροσαρμογής όπως λειτούργησε, τις κόντρες PAE/Υπουργείου Ενέργειας, την αβέβαιη λειτουργία της κρατικής επιδότησης, την (και πρωθυπουργική…) αναφορά σε υπερκέρδη των παρόχων κοκ., επαναλαμβάνουμε το ερώτημα: πόσο άραγε θα αργήσουμε να ακούσουμε για εθνικοποίηση κλάδων του ενεργειακού στην Ελλάδα; Ούτως ή άλλως, τώρα ο πυρήνας της οικονομικότητας στην χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας θα αποτελείται από την (όποια αποφασίζεται) κρατική επιδότηση!  Άμα, δε, φτάσει και η ώρα του δελτίου, για το οποίο ήδη χώρες όπως η Γερμανία ή η Γαλλία ετοιμάζουν με καμπάνιες ευαισθητοποίησης τους πληθυσμούς τους, με πόση ευχέρεια θα τις υλοποιούν ιδιώτες πάροχοι ή μια ιδιωτικής λογικής ΔΕΗ;

Για ξανασκεφτείτε το… Θυμίζουμε ότι ο γενάρχης της Ν.Δ. Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν εκείνος που είχε κρατικοποιήσει τις ιδιωτικές ηλεκτρικές εταιρείες – δεκαετία του ΄50 – δημιουργώντας την υπό κρατικότατο έλεγχο ΔΕΗ. Η αδιαφάνεια των χρεώσεων και τα περιθώρια κέρδους των ιδιωτών είχαν οδηγήσει εν μέρει και την τότε συζήτηση.