H Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ενεργειακοί σχεδιασμοί: χορεύοντας με τους λύκους

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Όλη η προετοιμασία για δομικά μέτρα στην αγορά ενέργειας από την Ευρωπαϊκή Ένωση (α) θα οδηγήσει σε ένα ορατό σχήμα σε μερικές εβδομάδες (αλλιώς, η ΕΕ θα έχει αυτο-απαξιωθεί σε βαθμό μη αναστρέψιμο), (β) θα έχει μια επίδραση στην πραγματικότητα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων και (γ) η επίδραση αυτή θα κριθεί στην πράξη, όχι στις πολιτικές ή τεχνικές επεξηγήσεις. Ακούγεται ταυτολογία αυτό που μόλις καταγράψαμε, πλην…. έτσι είναι.

Οι μήνες που πέρασαν, με την πίεση στο ενεργειακό μέτωπο να ανεβαίνει και με την «μετάφραση» σε οικονομική υποχώρηση προς υφεσιακή κατεύθυνση μέσα από την επέκταση του πληθωριστικού φαινομένου να δηλητηριάζει, διέψευσαν την διπλή ελπίδα ότι το φαινόμενο θα ήταν παροδικό και ότι η αναγκαία νομισματική σύσφιξη δεν θα οδηγούσε σε υφεσιακα φαινόμενα.

Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος την αρκετά επαρχιώτικη νοοτροπία του «οι Βρυξέλλες κινούνται προς την κατεύθυνση των Ελληνικών προτάσεων» (ή, ακόμη, προς την κατεύθυνση του «ακολουθούνται οι προτάσεις Μητσοτάκη, στην επιστολή προς φον ντερ Λάϊεν»…), χρειάζεται να αξιολογήσει κανείς την προσδοκώμενη αποτελεσματικότητα των Ευρωπαϊκών μέτρων που κυκλοφορεί ότι μελετώνται, έστω και με 3-4 μήνες καθυστέρηση.

Αλλά πρώτα, μια μικρή θεσμική στάση: στις 9 Σεπτεμβρίου θα έχουμε το Έκτακτο Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας, που πήρε την πρωτοβουλία να επισπεύσει η Τσεχική Προεδρία (με διάφανη την «ενθάρρυνση» της Γερμανίας, η οποία έως τώρα έσερνε τα πόδια: η τρικομματική Κυβέρνηση του Βερολίνου ξεπέρασε τις εσωτερικές τις αντιθέσεις, με τους Φιλελεύθερους/Λίντνερ να δέχονται την λογική της παρέμβασης, προς κατεύθυνση ορισμού πλαφόν, αφήνοντας για αργότερα το … πώς θα χρηματοδοτηθεί το σύστημα). Πλην ήδη δυο μέρες νωρίτερα οι Μόνιμοι Αντιπρόσωποι των «27» στις Βρυξέλλες θα έχουν προδιαγράψει το τι θα αποφασισθεί (και τι όχι). Πρόλαβε όμως και ανήγγειλε η Πρόεδρος της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάϊεν ότι στις 14 Σεπτεμβρίου θα ανακοινωθούν οι προτάσεις της Επιτροπής, ολοκληρωμένες αυτήν την φορά. Το ενδιαφέρον αυτό πρωθύστερο σχήμα, θα δούμε τι θα αποδώσει: πάντως η Κορυφή των «27» της 6-7 Οκτωβρίου μάλλον είναι εκείνη που θα έχει τον τελικό λόγο (αν και η πλήρης εφαρμογή/υλοποίηση των όσων σιγοψήνονται θα μείνει μάλλον για αρχές του 2023…).

Όμως, άμα πάμε πιο κοντά στην ουσία των όσων συζητιούνται – και με ευγενικές διαρροές πάνε να καθοδηγήσουν την δημόσια συζήτηση και, ιδίως, την αποδοχή της κοινής γνώμης για ό,τι περιοριστικό προκύψει – βρίσκει ένα πρώτο εμπόδιο με την έννοια του «πλαφόν» στην τιμή των ενεργειακών προϊόντων, το οποίο έχει από νωρίς μπει στο τραπέζι. Η λειτουργικότητα του πλαφόν, ξεκινώντας από το ρωσικό πετρέλαιο με άμεσο τρόπο όπου ήδη τέθηκε στο τραπέζι των G7, με πρωτοβουλία των ΗΠΑ (αποκλεισμός χρηματοδότησης και ασφάλισης φορτίων για τιμές πάνω από το πλαφόν που θα έχει ορισθεί) είναι εξαρχής αμφιλεγόμενη. Όχι τόσο επειδή η Μόσχα ήδη έσπευσε να ανακοινώσει ότι δεν θα προβαίνει σε πωλήσεις προς χώρες που θα έχουν ενεργοποιήσει πλαφόν – θα περιλαμβάνεται σ’ αυτήν την αντιστροφή το σχήμα των G-7; – ούτε επειδή δεν είναι σαφές αν οι άλλοι, οι μεγάλοι παίκτες στην αγορά του αργού, όπως οι συμμετέχοντες στον ΟΠΕΚ, έχουν προσέλθει σ’ αυτήν την συζήτηση. Όσο επειδή η ίδια η έννοια του «πλαφόν» σε εμπόρευμα που διακινείται σε αγορά (και οι αγορές των ενεργειακών προϊόντων ΕΙΝΑΙ αγορές, με όλο τον δυναμισμό της κερδοσκοπίας που ζήσαμε τους τελευταίους μήνες) αντιπαρατίθεται με το αυτονόητο ερώτημα: σε τι οριζόμενο ύψος του πλαφόν θα προσέρχονται οι αναγκαίες για την τροφοδοσία ποσότητες; Διότι αλλιώς… θα πρόκειται περί ενός de facto εμπάργκο εισαγωγής, έννοια που ούτως ή άλλως ελλοχεύει σ’ όλη αυτή την ιστορία της Δύσης εναντίον Ρωσίας.

Αυτονόητα, ακόμη περισσότερο αυτή η προβληματικότητα του πλαφόν τιμής φαίνεται μόλις πλησιάσει κανείς το φυσικό αέριο όπου ήδη έφθασε με τις δηλώσεις της η Ούρσουλα φον ντερ Λάϊεν – εκεί ακριβώς όπου οι τιμές του έχουν απογειωθεί, είτε από τους χειρισμούς Gazprom, είτε από τις παραδόσεις LNG κάθε προελεύσεως (υπό συνθήκες στενότητας εφοδιασμού, με ακόμη πιο αμφίβολες τις προοπτικές παραδόσεων σε 3/6/9 μήνες από τώρα). Και πάλι: σε ένα επίπεδο πλαφόν που θα ελάφραινε τις Ευρωπαϊκές οικονομίες – νοικοκυριά και επιχειρήσεις – σε βάθος χρόνου, θα προέκυπταν αρκετά φορτία LNG από Αλγερία, Κατάρ, Νορβηγία και… ΗΠΑ (με δεδομένο μάλιστα κόστος παραγωγής φυσικού αερίου από σχιστολιθικά πετρώματα); Και μην ξεχνάμε ότι στην παγκόσμια αγορά προσέρχονται κι άλλοι αγοραστές όπως η Κίνα, η Ινδία, κι άλλες χώρες της Ν.Α. Ασίας.

Το ίδιο προβληματάκι αναφύεται και με την άλλη προσέγγιση, που αρχικά ακούγεται πλησιέστερη προς την λειτουργία «μοχλών αγοράς», δηλαδή η πρόταση Ντράγκι για δημιουργία (Ευρωπαϊκού) καρτέλ αγοραστών, που στην ουσία θα επιβάλλει/enforce ένα πλαφόν τιμών μέσω του συνολικού βάρους της ΕΕ «27». Πόσο θα βαραίνει, τελικά η ΕΕ «27» – αγοράς και μάλιστα τώρα που παρακολουθήσαμε ήδη αυτόνομη/ «ποιος θα προλάβει πρώτος» εκκίνηση από Γαλλία προς Αλγερία, από Γερμανία προς Νορβηγία, απ’ όλους προς Κατάρ…

Πέρα απ’ όλα αυτά, το πλαφόν στις τιμές έχει την κακή συνήθεια να μην οδηγεί σε περιορισμό της κατανάλωσης – και τούτο την στιγμή ακριβώς που, εδώ, η κρίση στην πλευρά της προσφοράς («διορθωμένης» με τα διάφορα εμπάργκο και τα αντίμετρα Ρωσίας) βρίσκει απέναντί της μια ζήτηση που μόνον στα λόγια και τις προθέσεις (εξοικονόμηση κοκ) αρχίζει να συμπιέζεται. Αν είναι αλήθεια ότι το σύστημα πλαφόν που έχει εισαχθεί στην Ισπανία «έφερε» 40% αύξηση στην ποσότητα του παραγόμενου από LNG ρεύματος, θα πρέπει να μην παραβλεφθεί ως σήμα κινδύνου.

Και έτσι καταλήγουμε στο πιο αμφιλεγόμενο πεδίο προβληματισμού: το συζητούμενο «σπάσιμο» της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας ώστε να πάψει η απογειωμένη τιμή του φυσικού αερίου, ως οριακού καυσίμου, να οδηγεί όλο το σύστημα των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής (είτε με «πλαφόν» της αποζημίωσης στους παραγωγούς, είτε πάλι με διαφοροποίηση μιας ομάδας παραγωγής από ορυκτά καύσιμα – φυσικό αέριο, άνθρακα, λιγνίτη – και μιας άλλης από ΑΠΕ – ανεμογεννήτριες, ηλιακά, υδατοπτώσεις – και με ενορχήστρωση των δυο ομάδων εν συνεχεία), θα το προτείνει τελικά η Επιτροπή; Θα το προεγκρίνουν οι «27»; Και… σε τί βαθμό αποτελέσματος θα ζητηθεί να ανταποκρίνεται το νέο σύστημα, προκειμένου να οριστικοποιηθεί;

Ενώ στο φόντο κινείται πάντοτε το άλλο ουσιαστικό ερώτημα: πώς θα χρηματοδοτηθούν, σε τι ύψος και σε τι βάθος χρόνου, όλα αυτά τα σχήματα; Αν η απάντηση είναι «κάθε χώρα μόνη της» οδηγούμαστε σε νέα, πολύ άσχημα αδιέξοδα. Αν η απάντηση αναζητηθεί – όπως δείχνει ο Αλέκος Κρητικός στο KReport της 2/9, επανερχόμενος σ’ αυτό μετά από κάποιον καιρό – στην διάθεση των υπολοίπων κονδυλίων που δεν διεκδικήθηκαν από το Ταμείο Ανάκαμψης/NGEU, τότε να δούμε πώς/πότε θα διανυθεί αυτός ο δρόμος. Και μέχρι πού θα μας πάει…

Βέβαια, το πόσο όλα αυτά αποτελούσαν εξαρχής σχεδιασμούς επί χάρτου και τρέξιμο πίσω από τις εξελίξεις, είναι κάτι που αποδεικνύεται από την διακοπή τροφοδοσίας με Ρωσικό φυσικό αέριο μέσω του NordStream-1 προς Κεντρική/Δυτική Ευρώπη : τελικά ποιος επιβάλλει πλαφόν; ποιος κάνει εμπάργκο;

Η Ευρώπη, σχεδιάζοντας τα ενεργειακά, θυμίζει χορό με τους λύκους.