«Με τις καλύτερες ευχές» για ένα δημοσιονομικά ανθεκτικό 2023

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Ο προϋπολογισμός του 2022, μιας χρονιάς που σιγά-σιγά μας προσπερνάει, «χρειάστηκε» δυο πάντως αναθεωρήσεις προκειμένου να αντέξει στην ταραχώδη πραγματικότητα. Μιας χρονιάς που βοηθήθηκε ασφαλώς από την πληθωριστική υπεραπόδοση σε επίπεδο εσόδων – ας είναι καλά ο μηδέποτε μειωθείς, σοβαρά, ΦΠΑ στα είδη πρώτης ανάγκης αλλά και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης. Το στοίχημα που ήδη ακούστηκε στα γραφεία των τεχνικών επιπέδων της εξουσίας είναι, τώρα, πόσες αναθεωρήσεις θα χρειαστεί ο (εν Προσχεδίω) Προϋπολογισμός 2023.

Όσοι πιστεύουν κάπως περισσότερο στο τεχνοκρατικό (και όχι στο πολιτικό) τους καπέλο, ουσιαστικά το αναλύουν το στοίχημα σε τρία πιο ζυγιασμένα:

Πώς θα κρατήσει, αντιμέτωπη μ’ έναν πληθωρισμό που τρέχει διψήφιος, η ιδιωτική κατανάλωση; Εκείνη που με 7,2% αύξηση βοήθησε αποφασιστικά το 2022 να βγαίνει με ελπιζόμενη άνω του 5% αύξηση του ΑΕΠ – ήδη κάποιοι μιλούν και για 6%; Και τούτο με την προσδοκία για το 2023 να είναι για 1,3%, αλλά με την δημόσια κατανάλωση να περνά σε αρνητικό έδαφος; Όλοι θα κοιτούν με στοιχείο άγχους την πορεία των καταθέσεων που είναι στο μικροσκόπιο της Τράπεζας της Ελλάδος: θα μετατρέπονται σε αντισταθμιστική κατανάλωση όσο τα εισοδήματα φυλλορροούν;

Τι λογής τουριστική δαπάνη θα φέρουν την χρονιά που μας έρχεται οι Ευρωπαίοι, πάντως, ταξιδιώτες μετά τον δικό τους σκληρό χειμώνα του 2022-23; Η συνεισφορά τους στο φετινό ΑΕΠ καθοριστική, δηλαδή η επαναφορά σε επίπεδα 2019 /προ-κορωνοϊού, άρα και στις προσδοκίες της επόμενης χρονιάς. Όμως το 2022 οι κλεισμένοι μέσα Ευρωπαίοι «το γιόρτασαν». άραγε το 2023 (α) τι δυνατότητες θα έχουν λόγω ακρίβειας; (β) ποια διάθεση μετά τον ενεργειακά πιεσμένο χειμώνα τους;

Στον δε πάντοτε καίριο χώρο των επενδύσεων, ως καίριο ερώτημα προβάλλει το πόσο θα εξαρτηθεί η προσπάθεια από το τρέξιμο του Ταμείου Ανάκαμψης, όμως σε αντιπαραβολή με την απογείωση του κόστους στα έργα (όσα είναι έργα) και με την επίπτωση της αύξησης των επιτοκίων. Στην Ελλάδα – ακόμη και του 2023 – υπάρχει η εντύπωση ότι οι επενδύσεις γίνονται από κάποιο σακούλι με ευρώ, ενώ δεν πολυσυνειδητοποιείται στην δημόσια συζήτηση η καθοριστική διάσταση του κόστους χρήματος, δηλαδή του βάρους του δανεισμού στα επενδυτικά σχήματα.

Με τέτοια ερωτήματα να κρέμονται πάνω από το κεφάλι όλων μας – εν τέλει – δεν είναι να παραξενεύεται κανείς που το Προσχέδιο Προϋπολογισμού – θυμίζουμε: οριστικοποιείται το τον Δεκέμβριο – καλωσορίστηκε με σχετικά ήπιο (για τα Ελληνικά μέτρα) τρόπο. Ούτε ακούσαμε τις παραδοσιακές κορώνες αυτεπιβράβευσης – ο ΥΠΟΙΚ Χρ. Σταϊκούρας δεν μπορούσε να μην δηλώσει το «η Ελλάδα θα αντέξει ακόμη και σε περίπτωση ύφεσης στην ΕΕ», αλλά σαφώς ξέφυγε από την αυτοπαγίδευση των οριζόντων μέτρων και από την προβολή του ότι στην Ελλάδα είχαμε τα (κατά κεφαλήν) πλουσιότερα μέτρα στήριξης, πώς; με την προσήλωση στο «στοχευμένα και μη μόνιμα». Ο δε Πρωθυπουργός είχε προλάβει να δηλώσει πρόθεση στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων αλλά «στο μέτρο που επιτρέπει ο Προϋπολογισμός».

Της Αντιπολίτευσης τα πυρά, αναμενόμενα αλλά (σε σχέση με την ένταση των προβλημάτων) μετρημένα. Το «[η Κυβέρνηση] επιδοτεί μήνα με τον μήνα την κερδοσκοπία» (Αλ. Χαρίτσης) δεν ξεφεύγει από το αναμενόμενο, μάλιστα άμα το δει κανείς μαζί με το «[ο Προϋπολογισμός] επιβεβαιώνει την αφαίμαξη του εισοδήματος των πολιτών [με] την ατελέσφορη πολιτική για την αντιμετώπιση της ακρίβειας» (Έφη Αχτσιόγλου). Αλλά και του ΠΑΣΟΚ η επικέντρωση στην «θλιβερή και άκρως ανησυχητική δημοσιονομική εικόνα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης [με] επικοινωνιακά ψίχουλα» (Ευ. Λιακούλη) δεν ανταποκρίνεται στους επιθετικότερους τόνους παλαιότερων εποχών. Ούτε, άλλωστε, και του ΚΚΕ το «οι λαϊκές ανάγκες θα συνεχίσουν να συνθλίβονται στις συμπληγάδες [δημοσιονομικής πειθαρχίας – καπιταλιστικής ανάπτυξης]».

Αποκομίσαμε – συνολικά – την εντύπωση πως όλοι έδωσαν τις «καλύτερες ευχές» για ένα δημοσιονομικά ανθεκτικό 2023. Γιατί αλλιώς, με το κόστος δανεισμού να ξεφεύγει – το επεσήμανε και ο ΥΠΟΙΚ, από μόνος του – και με το 10ετές να φλερτάρει πλέον με το 5% (σαφώς μέσα στην κόκκινη ζώνη), δεν πορευόμαστε σε διαχειρίσιμο έδαφος.

Πάντως… γράψτε σ’ ένα χαρτάκι τα στοιχήματα του Προϋπολογισμού 2023: Πρωτογενές πλεόνασμα 0,7% του ΑΕΠ (αντί του αρχικά σχεδιαζόμενου 1%), με σοβαρή κίνηση συμμαζέματος από το φετινό πρωτογενές έλλειμμα 1,7%. Αυτά, με έναν πληθωρισμό-στόχο 3,1% για το σύνολο του 2023 (έναντι μέσου 8,8% για φέτος). Μαζί με τις προβλέψεις για το ΑΕΠ, κρατήστε τις σε ένα χαρτάκι και ξανανοίξτε το τον Μάρτιο, το καλοκαίρι («μετά τις εκλογές») και του χρόνου αρχές Οκτωβρίου.

Α, ναι, και επειδή κάπου σημειώσαμε τα περί στοχευμένων μόνο και όχι οριζοντίων μέτρων, δείτε κάτι! Ειπώθηκε για 3,5 δις σε μέτρα στήριξης, με αποθεματικό μάλιστα 1 δις λόγω της ανασφάλειας κάθε πρόβλεψης στο μέτωπο του «ενεργειακού πολέμου». Ωραία. Όμως, την ίδια στιγμή 850 εκατομμύρια προβλέπονται για την (συνεχιζόμενη) μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, 730 εκατ. για την (συνεχιζόμενη, επίσης) αναστολή της εισφοράς αλληλεγγύης, 450 εκατ. για την (σημαντική) μείωση ΦΠΑ σε περιορισμένη γκάμα προϊόντων; Ήδη αθροίζονται 2 δις που μάλλον οριζόντια  λειτουργούν…