Το δυσάρεστο πολιτικό continuum Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και συζήτησης στην Βουλή των Ελλήνων

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Τελικά, ένα συνεχές κατέληξε να αποτελεί η χθεσινή συζήτηση προ ημερησίας διατάξεως, σε επίπεδο αρχηγών στην Βουλή «για την κοινωνική πολιτική και την οικονομία» (που, αναμενόμενο, εξελίχτηκε σε εφ’ όλης της ύλης αντιπαράθεση, με αγγίγματα σε εξωτερική πολιτική ή στην παρουσία του Πρωθυπουργού στο ΕυρωΚοινοβούλιο μέχρις ΕλληνοΤουρκικά και αποκήρυξη των πρόωρων εκλογών) με την παρουσία Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ένα όχι-και-τόσο-ευχάριστο continuum, καθώς άφησε πίσω μια αίσθηση ματαίωσης.

Και στο μεν εσωτερικό σκηνικό, η εικόνα αναβαθμισμένης οξύτητας, σε συνδυασμό με την ρητή (τώρα-τώρα) διάψευση προθέσεων για εκλογές το φθινόπωρο, η εν λόγω ματαίωση δεν προκαλεί αναγκαστικά έκπληξη: ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όσο κι αν έδειξε προσφάτως στιγμές-στιγμές να φλερτάρει με πρόωρες εκλογές, δεν γίνεται να μην θυμάται (ή να μην του έχει επισημανθεί) ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αποκαλούσε «καραγκιοζιλίκια» τις μεταστροφές των κεντρικών συντελεστών της πολιτικής όταν αυτοί είχαν διαβεβαιώσει ότι θα τηρήσουν μια γραμμή πλεύσης.  Άσχημη λέξη το «καραγκιοζιλίκι» καθώς δε, ήρθε η προγραμματισμένη αυτή συζήτηση σε επίπεδο αρχηγών λίγα μόλις εικοσιτετράωρα μετά το τελεσίδικο βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου, το οποίο έθεσε τέρμα στην διαβόητη υπόθεση περί σκευωρίας στην υπόθεση Novartis (ανώτερο επίπεδο κρίσης δεν έχει!…), υπόθεση που αποτελούσε την δυσάρεστη κορωνίδα στην συνολική πολιτική αντιπαράθεση των τελευταίων ετών (επαναφέροντας μνήμες Ειδικού Δικαστηρίου για την υπόθεση Κοσκωτά, εν συνεχεία για την υπόθεση ΑΓΕΤ/Ηρακλής πριν 30τόσα χρόνια), δύσκολα θα περίμενε κανείς κάποιο ουσιαστικό περιεχόμενο στην Βουλή. Κι ας ήταν οι θεματικές – κατάσταση της οικονομίας και κοινωνική πολιτική –  τα θέματα εκείνα, στα οποία θα κριθούν αληθινά οι επόμενες εκλογές  που τώρα γνωρίζουμε απόλυτα σε τι κλίμα θα διεξαχθούν, μεθαύριο αφού το αύριο το διέψευσε τόσο ρητά ο Κυριάκος Μητσοτάκης. διότι, ειλικρινά, ποιος δεν βλέπει ότι οι μήνες που έρχονται θα είναι μια συνεχής προεκλογική εκστρατεία;

Άλλωστε η κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης από 1/1/2023 «για όλους» και το ξεπάγωμα των αυξήσεων στις συντάξεις όπως εξαγγέλθηκαν δια στόματος Πρωθυπουργού – δυο μεγάλες δεξαμενές ψήφων, αυτές – δύσκολα θα έκρυβαν τον προεκλογικό τους χαρακτήρα. Ενώ, λίγο χαμηλότερα από το πρωθυπουργικό επίπεδο, η συγκινημένη/υπερήφανη δήλωση του υπουργού Ενέργειας Κώστα Σκρέκα ότι (για το ηλεκτρικό ρεύμα) «η Κυβέρνηση επιδοτεί όλες ανεξαιρέτως τις κατοικίες χωρίς εισοδηματικά κριτήρια, για το σύνολο της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος» δύσκολα έκρυβε την άκριτη «φιλολαϊκότητα» – και την ευθεία αντίθεση προς την νωπή συμβουλή/υπόδειξη, π.χ. του Διοικητή ΤτΕ Γιάννη Στουρνάρα να είναι μόνον στοχευμένες, πάντως μη-μόνιμες, οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις στήριξης στην της κρίσιμη αυτή περίοδο.

Όμως, σε αντιστροφή του Καραμανλικού «έξω πάμε καλά», η προσπάθεια να επαναληφθεί στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το κλίμα του χειροκροτήματος της Joint Session του Αμερικανικού Κογκρέσου προ μόλις έξη εβδομάδων, οδήγησε σε ανώμαλη προσγείωση. Ο Πρωθυπουργός και το τεχνικά πετυχημένο οργανωτικό περιβάλλον του (σοβαρά το λέμε…) εδώ δεν φρόντισαν, ή δεν πέτυχαν, να έχουν μια σωστή αναγνώριση του πεδίου στο οποίο προσήλθε ο Κυριάκος Μητσοτάκης– ήδη δεν φαίνεται να γνώριζαν την παράδοση κενών εδράνων…

Όμως η επί της ουσίας προετοιμασία του, η οποία ίσως περιέλαβε π.χ. την «αντιπαράθεση» με τον Νίκο Ανδρουλάκη (για τις ευθύνες της περιέλευσης της Ελληνικής οικονομίας σε αδιέξοδο πριν το 2009, δηλαδή πολύ πριν την διαχείριση ΣΥΡΙΖΑ του 2015 στην οποία ο Πρωθυπουργός επέμεινε), ή την ευνοϊκή στήριξη του Μάνφρεντ Βέμπερ του ΕΛΚ/των Χριστιανοδημοκρατών (ο οποίος μετέφερε στα έδρανα της Ολομέλειας του Ε.Κ. την ελληνικότατη παράδοση της αντιπολίτευσης στην Αντιπολίτευση) δεν είχε δει στο περισκόπιό της την τριπλή επίθεση με διόλου επιδερμικές παρατηρήσεις/καταγγελίες. Και την μεν μομφή για τις επαναπροωθήσεις/pushbacks μεταναστών – και μάλιστα με την «επιδέξια» αξιοποίηση άλλων μεταναστών να κάνουν την δυσάρεστη δουλειά, με «αντάλλαγμα» κάποιους μήνες πρόσθετης παραμονής στην Ελλάδα: ξαναδιαβάστε το αυτό! – προερχόμενη από την Tineke Strik των Πρασίνων, ο Κυριάκος δεν θα μπορούσε παρά να την αντικρούσει/παρακάμψει, όχι από κάποια ιδιαίτερη στοργή προς την πολιτική Μηταράκη, αλλ’ επειδή ξυπνούν μνήμες σκοτεινού Ευρωπαϊκού παρελθόντος, με capo κλπ. Ίσως και τις διαμαρτυρίες Ευρωβουλευτών δεξιότερων από το ΕΛΚ που κατέκριναν – στον αντίποδα… – την άποψη περί ενσωμάτωσης των νομίμων προσφύγων και μεταναστών, ώστε να αντιμετωπισθεί το δημογραφικό σε μια Ευρωπαϊκή χώρα. Όμως, το να έχεις τον Αντιπρόεδρο του Μακρονικού Renew Europe και των Φιλελευθέρων, τον Malik Amzani, να σε εγκαλεί για θέματα ελευθερίας του Τύπου, και μάλιστα με την ευχή να μην ξαναδούμε Ευρωπαίο ηγέτη «να καταπατά την ελευθεροτυπία» δεν πρέπει να ήταν ευχάριστο.

Εκεί όμως όπου το πράγμα αληθινά στράβωσε, ήταν όταν το είδος προετοιμασίας του Έλληνα Πρωθυπουργού για συζήτηση στο ημικύκλιο του ΕυρωΚοινοβουλίου, τον έκανε – προκειμένου να δείξει ότι στην Ελλάδα υπάρχει ελευθερία του Τύπου… – να σηκώσει πρωτοσέλιδα της «ΑΥΓΗΣ» και της «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ», προκειμένου να δώσει έμπρακτη απόδειξη ότι… τι; Ότι κυκλοφορούν εφημερίδες, σε Δυτική χώρα, οι οποίες επικρίνουν τον Πρωθυπουργό. Δεν ήταν καθόλου ένδοξη αυτή η φάση! Τόσο που «έσβησε» την άλλη εντύπωση, από την συνάντηση Μητσοτάκη με τον Τύπο, όπου υπήρξε ψυχρή αντιπαράθεση με τον δημοσιογράφο Σαράντη Μιχαλόπουλου (του Euronews και του Mega), με την εισαγωγική τοποθέτηση του Πρωθυπουργού «γράφετε σαχλαμάρες» για ρεπορτάζ του σχετικά με υποδείξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς την Ελλάδα για θέματα Δικαιοσύνης (τις διέψευσε εκ των υστέρων το Γραφείο της αρμόδιας Επιτρόπου) και τον περαιτέρω διάλογο «Με προσβάλλετε, κύριε Πρωθυπουργέ», «Δεν πειράζει, θα το αντέξετε».

Θα σκεφθεί ΄κανείς ότι αυτά αποτελούν ΕλληνοΕλληνικά καρφώματα. Όμως, αυτή η δυσανεξία στην αντιπαράθεση με τον Τύπο προβληματίζει – βέβαια στο ταξίδι στην Ουάσιγκτον ο αντίστοιχος διαξιφισμός με την Lally Weymouth περί λογοκρισίας κατέληξε, μετά από αρκετή ένταση, στο «θα κρατήσω την παρατήρησή σας» από πλευράς Μητσοτάκη. (Βέβαια, η Weymouthήταν της Washington Post…) . Όμως μένει η γενική δυσανεξία προς την έντονη δημοσιογραφική κριτική: η αντιπαράθεση, μέσα στο Μέγαρο Μαξίμου, με την Ingeborg Beugel, με κατάληξη το «Έχετε πάει στην Σάμο;» «Ναι, έχω πάει!», «Όχι!» και «Δεν θα έρχεστε σε αυτό το κτίριο να με προσβάλλετε […]. Δεν θα με διακόψετε» (από Κ. Μητσοτάκη) δείχνει κάτι το αποκλίνον από την Δυτική πολιτική παράδοση. Η πολύ επιμελημένη (πάλι σοβαρά το λέμε…) προετοιμασία/coaching του Έλληνα Πρωθυπουργού, ίσως θα μπορούσε να ενσωματώσει κάτι από anger management.

[Υποσημείωση: ο Σαράντης Μιχαλόπουλος του EurActiv είχε βραβευθεί, το 2016, με το Βραβείο Κωνστ. Καλλιγάς από το Ελληνικό Τμήμα της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων. Με την μνεία: «Είναι έντιμος, σοβαρός και κάνει έρευνα. Κάθε λέξη του είναι πολύ προσεκτικά γραμμένη»].